Συνέντυευξη: Νάγια Δαλακούρα

Το δεύτερο μυθιστόρημα της Νάγιας Δαλακούρα «Θράσσα: Η μάγισσα της Θράκης» (εκδόσεις Κλειδάριθμος) είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία που διάβασα το τελευταίο χρονικό διάστημα. Η υπόθεση του βιβλίου διαδραματίζεται στα βουνά της Ροδόπης κατά το έτος 1206. Μια νεαρή Θράσσα προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στους Βυζαντινούς και τους Βούλγαρους, ανάμεσα στον χριστιανισμό και τον παγανισμό. Όπως καταλάβατε, η πολύ ενδιαφέρουσα πλοκή περιλαμβάνει πολλά λαογραφικά στοιχεία της περιοχής, καθιστώντας το έτσι ένα απολαυστικό ταξίδι στο χρόνο.

Η συγγραφέας Νάγια Δαλακούρα αναλύει την ιστορία του μυθιστορήματος της και μας ξεναγεί στην ευρύτερη περιοχή της Ροδόπης.

Μόλις κυκλοφορήσατε το καινούργιο σας μυθιστόρημα, το οποίο περιέχει πολλά ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία. Πείτε μας λίγα λόγια για τη δημιουργία του.

Η ΘΡΑΣΣΑ είναι ένα βυζαντινό μυθιστόρημα για τη Θράκη των αρχών του 13ου αιώνα. Μια μυθοπλασία για την τοπιογραφία της οροσειράς της Ροδόπης, για τον πολυπολιτισμό της και για μια ιστορική περίοδο αναταραχών και μεταρρυθμίσεων, εν πολλοίς άγνωστη. Η σύνδεση και η διάδραση του θρακικού τοπίου με τον χώρο, τον χρόνο και τους ανθρώπους ήταν αναπόφευκτη στο μυθιστόρημα αυτό.

Ενώ το πρώτο σας μυθιστόρημα διαδραματίζεται το 1912, αυτή τη φορά ταξιδεύετε το αναγνωστικό κοινό στη βυζαντινή Θράκη του 13ου αιώνα. Πώς σας ήρθε η ιδέα για ένα ιστορικό μυθιστόρημα;

Αγαπώ ιδιαίτερα την Ιστορία, από παιδί ακόμη μου ασκούσε μια γοητεία. Η φύση του επαγγέλματός μου και το ενδιαφέρον μου για το ιστορικό παρελθόν είναι και οι λόγοι που ασχολούμαι πολλές ώρες της ημέρας με την επιχείρηση ανασύνθεσής του. Οπότε, θα έλεγα, πως η συγγραφή ιστορικού μυθιστορήματος ήρθε πολύ φυσικά, ως αποτέλεσμα τόσο του επιστημονικού αποθέματός μου όσο και του ενδιαφέροντός μου για τον άγνωστο αυτό κόσμο προς ανακάλυψη.

Γράφτηκε κατά τη διάρκεια της καραντίνας; Πώς νιώθετε τώρα που το ολοκληρώσατε;

Ναι, η ΘΡΑΣΣΑ  ολοκληρώθηκε στο τέλος της άνοιξης του 2020, σε μια περίοδο που είχα αρκετό χρόνο τόσο για συγγραφή όσο και για έρευνα. Όπως κάθε φορά που ολοκληρώνω ένα κείμενο, ανυπομονώ να το μοιραστώ με τους αναγνώστες μου.

Περιέχει και στοιχεία από τη δική σας πραγματικότητα;

Σίγουρα αφορά το τοπίο που με περιβάλλει, καθώς είμαι και η ίδια Θράσσα και ζω στην Κομοτηνή. Επιπλέον, αρκετά γεωγραφικά στοιχεία του μυθιστορήματος σχετίζονται με οικείους τόπους. Τα κεφάλαια που αφορούν την αρχαιολογική υπηρεσία είναι ουσιαστικά η επαγγελματική ζωή μου, οι συνάδελφοί μου. Η πολυπολιτισμικότητα της ΘΡΑΣΣΑΣ είναι και η δική μου καθημερινή πολυπολιτισμικότητα. Γενικά, αυτό το βιβλίο είναι πολλά από αυτά που είμαι η ίδια.

Η «Θράσσα» περιέχει πολλά λαογραφικά στοιχεία της Θράκης. Ήταν εύκολη η ένταξη τους στη πλοκή του μυθιστορήματος;

Θα έλεγα πως δεν ήταν κάτι που με δυσκόλεψε, δεδομένου ότι  έχω ασχοληθεί επιστημονικά με τη Λαογραφία κατά το παρελθόν για πολλά χρόνια– πρόκειται για μια επιστήμη που αγαπώ ιδιαίτερα. Επιπλέον, όταν γράφει κανείς τόσο έντονα για έναν τόπο δεν μπορεί να μην ενσωματώσει σε αυτόν τους ανθρώπους και τον πολιτισμό τους, άυλο και υλικό. Είναι κάτι που είναι αδύνατον να διαχωριστεί.

Υπήρξαν κεφάλαια που δεν τα εντάξατε τελικά στην πλοκή του μυθιστορήματος και τα κλειδώσατε στα συρτάρια ή χρησιμοποιήσατε όλα τα προσχέδια;

Μάλλον όχι. Θεωρώ πως η ΘΡΑΣΣΑ συμπεριλαμβάνει όλα όσα ήθελα. Ωστόσο με αφορμή τη ΘΡΑΣΣΑ γεννήθηκαν στο μυαλό μου νέες ιστορίες. Εξάλλου, η Θράκη έχει πολλές ακόμη ιστορίες που περιμένουν να ειπωθούν.

Το ζητούμενο για σας ήταν να διηγηθείτε μια συναρπαστική ιστορία ή θέλετε να πείτε και κάτι ακόμη;

Ποιος ήταν ο στόχος σας αυτή τη φορά; Σε κάθε βιβλίο μου προσπαθώ να διηγούμαι μοναδικές ιστορίες για το παρελθόν που θα συνεπάρουν τους αναγνώστες μου. Ωστόσο, σε αυτές τις ιστορίες ενσωματώνω στοιχεία γεωγραφίας, τοπιογραφίας, κοινωνικής ιστορίας και εθνογραφίας, τα οποία ενδεχομένως να αποτελέσουν έναυσμα για τους αναγνώστες για τη βαθύτερη γνωριμία με τους τόπους αυτούς αλλά και για μια εναλλακτική προσέγγιση του παρελθόντος.

Κυρίαρχες στον επίλογο ενός μυθιστορήματος είναι οι ερωτήσεις ή οι απαντήσεις;

Για μένα ο επίλογος πρέπει να δίνει στον αναγνώστη τις απαντήσεις που ψάχνει και παράλληλα τροφή για σκέψη, ώστε να προκαλέσει νέα ερωτήματα. Αν μη τι άλλο για μένα η λογοτεχνία υπάρχει για να μας αφυπνίζει!

Και μια τελευταία ερώτηση. Τι πιστεύετε ότι χάνει ένας αναγνώστης που δεν διαβάζει ιστορικά μυθιστορήματα;

Την εξερεύνηση μιας ξένης γης, όπου δεν υπάρχει ποτέ μια και μόνο αλήθεια.

Σας ευχαριστώ πολύ για τη συνέντευξη.

Ευχαριστώ πάρα πολύ!

Συνέντευξη: Μηνάς Παπαγεωργίου

Ο δημοσιογράφος, ερευνητής και συγγραφέας Μηνάς Παπαγεωργίου έγραψε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία σχετικά με την Ελληνική Επανάσταση. Το βιβλίο του «Ηλιοκεντρικό σύστημα και ζωή στο Διάστημα το 1821: Η ιδεολογική Ελλήνων Διαφωτιστών και Χριστιανών Λογίων» (Πρόλογος: Παύλος Γερουλάνος, Εκδόσεις iWrite, 2020) τοποθετείται στην χρονική περίοδο που είναι στις μέρες μας γνωστή ως «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» και εξιστορεί τον πόλεμο των πνευματικών ιδεών του επαναστατικού μοντέλου του κόσμου του Ν. Κοπέρνικου (1473-1543) μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης και των Ελλήνων Διαφωτιστών. Ο συγγραφέας βρήκε ξέκλεψε λίγο χρόνο και απάντησε στις ερωτήσεις μας σχετικά με αυτό το τόσο ενδιαφέρον ιστορικό δοκίμιο.

Το βιβλίο σας «Ηλιοκεντρικό σύστημα και ζωή στο Διάστημα το 1821: Η ιδεολογική σύγκρουση Ελλήνων Διαφωτιστών και Χριστιανών Λογιών» κυκλοφόρησε σχεδόν πριν 6 μήνες. Πώς βλέπετε την πορεία του σήμερα;

Το βιβλίο κατάφερε μέσα σε δύο, περίπου, μήνες να εξαντλήσει την πρώτη του έκδοση, ενώ είναι πολύ πιθανό εντός του καλοκαιριού να δούμε στους πάγκους των βιβλιοπωλείων και την τρίτη. Έχει δεχτεί πολύ θετικές κριτικές, τόσο από ανθρώπους που σχετίζονται με τη μελέτη της ιστορίας και συγκεκριμένα του νεοελληνικού Διαφωτισμού, όσο και από ερευνητές της ιστορίας των Επιστημών στη χώρα μας. Λαμβάνοντας υπόψιν τα προηγούμενα, νομίζω ότι δεν τα έχει πάει και τόσο άσχημα.

Το βιβλίο σας ξεχωρίζει γιατί αναφέρεται κατά κύριο λόγο στην προεπαναστατική περίοδο, την εποχή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Ποιο ερέθισμα σας έδωσε την ιδέα για τη δημιουργία του;

Τα τελευταία χρόνια και κατά τη διάρκεια των μελετών μου πάνω στον νεοελληνικό Διαφωτισμό και τον πόλεμο των ιδεών κατά τα προεπαναστατικά χρόνια, έπεφτα αραιά και που πάνω σε υποσημειώσεις ή σχολιασμούς που αφορούσαν την ιδεολογική σύγκρουση Διαφωτιστών και χριστιανών λογίων αναφορικά με επιστημονικά ζητήματα, και ακόμα πιο συγκεκριμένα για την ορθότητα ή μη της ηλιοκεντρικής θεωρίας. Ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση που προκάλεσε το γεγονός ότι οι διαμάχες αυτές σχετίζονταν ακόμα και με την πιθανότητα υπάρξης ζωής σε άλλους πλανήτες.

Τα προηγούμενα, σε συνδυασμό με τον επικείμενο ερχομό του 2021 (της συμπλήρωσης, δηλαδή, 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση), με έβαλαν σε μία διαδικασία περαιτέρω ενασχόλησης με το όλο ζήτημα, συγκεντρώνοντας τη διαθέσιμη βιβλιογραφία αλλά και τις πρωτότυπες πηγές της εποχής. Στόχος μου ήταν να παρουσιάσω στο κατώφλι του 2021 ένα βιβλίο ιστορικής έρευνας στο πλαίσιο της βιβλιοπαραγωγής για το 1821, με ένα παράξενο ή αλλόκοτο, αν θέλετε, θέμα, που θα το καταστούσε αν όχι συλλεκτικό, τότε σίγουρα μία… αρκετά ιδιαίτερη επιλογή για τους λάτρεις των μελετών που αφορούν τη συγκεκριμένη περίοδο.

Ένα από τα κεφάλαια που μου έκαναν εντύπωση, ήταν αυτό που αναφερόταν στην Ορθόδοξη Ιερά Εξέταση,  δεν γνώριζα καν την ύπαρξη της. Θέλετε να μας πείτε λίγα λόγια για την δράση της; 

Τον όρο “Ιερά Εξέταση” δεν τον χρησιμοποιώ καθ’ υπερβολή. Είναι φράση που χρησιμοποιούν οι ίδιοι οι Διαφωτιστές κατά την περίοδο 1819-1821. Αυτή την περίοδο στην Κωνσταντινούπολη λαμβάνουν χώρα πολλά και ενδιαφέροντα γεγονότα, παράλληλα με τις πολεμικές προετοιμασίες που φέρνουν σε δύσκολη θέση την ανώτατη ιεραρχία της Εκκλησίας.

Έτσι έχουμε φαινόμενα καταδίκης των επιστημονικών μαθημάτων (Μαθηματικά, Φυσική, Χημεία και Αστρονομία) στις ελληνικές σχολές, απόπειρα ελέγχου της ελληνικής βιβλιοπαραγωγής της διασποράς μέσω του πατριαρχικού τυπογραφείου, καύσεις βιβλίων (βλ. ενδεικτικά το “Κρίτωνος Στοχασμοί”), ακόμα και σχέδια απαγωγής Διαφωτιστών από το εξωτερικό, με στόχο να παραδοθούν σιδηροδέσμιοι στον Σουλτάνου.

Τα προηγούμενα δεν αποτελούν παρά το αποκορύφωμα της σύγκρουσης μεταξύ των Ελλήνων Διαφωτιστών και παραγόντων του πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Όμως για να κατανοήσει κανείς πώς ακριβώς φτάσαμε ως εκεί, θα πρέπει να μελετήσει την μεγάλη εικόνα, το χρονικό, δηλαδή, αυτής της διαμάχης. Είναι ακριβώς το ίδιο λάθος που κάνουν όσοι κρίνουν τον περίφημο αφορισμό της Επανάστασης από τον Γρηγόριο Ε’ τον Μάρτιο του 1821. Είναι παρακινδυνευμένο να προβεί κανείς σε αναλύσεις και ερμηνείες των γεγονότων, εάν προηγουμένως δεν έχει εξετάσει τον ορίζοντα συμβάντων μιας 25ετίας πριν το ’21 και τη διαχρονική στάση του Γρηγόριου απέναντι στο ενδεχόμενο ξεσηκωμού των Ελλήνων. Μελετώντας το ιστορικό του κάθε γεγονότος, τα συμπεράσματα εξάγονται πολύ πιο εύκολα, με ασφάλεια. 

Υπάρχει κάποιο κρυφό μήνυμα πίσω από την επιλογή του συγκεκριμένου τίτλου;

Ο τίτλος επέλεξα να είναι απλός και κατανοητός, ξεδιπλώνοντας το περιεχόμενο του βιβλίου. Με απασχόλησε το δεύτερο μισό του, όπου προτίμησα τη φράση “ζωή στο διάστημα”, από την χρησιμοποίηση ενός σχήματος που θα εμπεριείχε τον όρο “εξωγήινη” (ζωή), αποφεύγοντας πιθανές παρεξηγήσεις που ενδεχομένως να δημιουργούνταν σε ένα κοινό που βρίσκεται πολύ κοντά στην επιστημονική έρευνα.

Στον υπότιτλο έδωσα το στίγμα της ιδεολογικής σύγκρουσης, διαχωρίζοντας τους στοχαστές της εποχής σε εκείνους που έβαλαν την επιστημονική μελέτη πάνω από τα θρησκευτικά τους πιστεύω και σε αυτούς που έπραξαν το αντίθετο.

Ποιες υπήρξαν οι βασικότερες πηγές  για το γράψιμο του εν λόγω βιβλίου;

Σίγουρα αρκετά πρωτότυπα κείμενα της εποχής, μιας και στο βιβλίο ο αναγνώστης θα συναντήσει τους δημοφιλέστερους Διαφωτιστές και χριστιανούς λογίους εκείνης της περιόδου που, όσο παράξενο κι αν φαίνεται, ξόδεψαν αρκετό από το μελάνι τους ώστε να επιχειρηματολογήσουν για τη θέση της Γης στο Ηλιακό μας Σύστημα, αλλά και για τη μοναδικότητα της ζωής στο Σύμπαν.

Από κι και έπειτα έκανα προσπάθεια να συγκεντρώσω όλα (ή σχεδόν όλα) τα βιβλία νεότερων ιστορικών ή επιστημόνων, που κάνουν αναφορές ή αναλύσεις (σε επίπεδο κεφαλαίων ή υποκεφαλαίων των έργων τους) επάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα. Αξιολόγησα τα δεδομένα, σχεδίασα τη δομή του βιβλίου και ξεκίνησα τη συγγραφή του, προσθέτοντας στο τέλος ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον κεφάλαιο για τις σχέσεις Εκκλησίας της Ελλάδος και επιστήμης της Αστρονομίας κατά τον 20ο αιώνα, με ορόσημο την προσσελήνωση.

Έχετε γράψει κι άλλα βιβλία που αναφέρονται στην ανάδειξη κρυφών πτυχών της εκκλησιαστικής ιστορίας. Πείτε μας τους λόγους που σας οδήγησαν στη μελέτη αυτού του τομέα της ιστορίας.

Το 2019 κυκλοφόρησε η δημοσιογραφική μου έρευνα “Διαχωρισμός Κράτους και Εκκλησίας”, ενώ φέτος (2021) επιμελήθηκα την έκδοση του βιβλίου “Η Μαύρη Βίβλος του 1821”, που παρουσιάζει τις αντεπαναστατικές εγκυκλίους των πατριαρχών της Κωνσταντινούπολης κατά την περίοδο 1798-1828, με πρόλογο του Θάνου Βερέμη.

Η απουσία Εκκοσμίκευσης στην Ελλάδα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα του τόπου μας και μία εκ των κυριοτέρων αιτιών οπισθοδρόμησης της ελληνικής κοινωνίας σχεδόν σε κάθε τομέα που μπορεί να φανταστεί κανείς. Πρόκειται για ένα καθαρά πολιτειακό ζήτημα που σε καμία περίπτωση δεν σχετίζεται με την πίστη των συμπολιτών μου.

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τη “Μαύρη Βίβλο”. Η ανάπτυξη και επιβολή μιας σειράς εθνικών μύθων, που οδήγησαν με τη σειρά τους στη διαμόρφωση της προβληματικής νεοελληνικής ταυτότητας (που επίσης συνδέεται με τη διαχρονική οπισθοδρόμηση της ελληνικής κοινωνίας και του κράτους μας), οφείλουν να αναδειχθούν και να τοποθετηθούν στην ορθή τους βάση για τις νεότερες γενιές. Μόνο έτσι θα οικοδομηθεί μία περισσότερο υγιής μελλοντική κοινωνία, με ισχυρή αυτοσυνειδησία, βασισμένη στις αξίες του Ορθού Λόγου και της Πολιτικής Αρετής.

Τον ρόλο μου τον γνωρίζω. Είμαι δημοσιογράφος και συμβάλλω με τον τρόπο μου στην ανάδειξη των ζητημάτων αυτών στη δημόσια σφαίρα, αλλά και στην ανάπτυξη του γενικότερου προβληματισμού.  

Εκτός από συγγραφέας, είστε και δημοσιογράφος. Έχει τύχει να χρησιμοποιήσετε το δημοσιογραφικό σας ένστικτο ή μέθοδο στην έρευνα για κάποιο βιβλίο σας;

Δεν είμαι ιστορικός ούτε θεολόγος. Όλες μου οι έρευνες είναι γραμμένες δημοσιογραφικά, αγγίζοντας ιδιαίτερες κάθε φορά θεματολογίες (οι οποίες παρόλα αυτά θεωρώ πώς συνδέονται με κάποιον τρόπο), ενώ οι παλαιότεροι αναγνώστες μου νομίζω πλέον είναι σε θέση να αντιληφθούν ορισμένους βασικούς κανόνες μεθοδολογίας και δομής που ακολουθώ στα βιβλία μου. Με ενδιαφέρει ο αναγνώστης να οδηγείται σε συμπεράσματα από τις ίδιες τις πληροφορίες που παρατίθενται και ρέουν μέσα στο κείμενο με συγκεκριμένη λογική (πληροφορίες οι οποίες θα πρέπει να τεκμηριώνονται ταυτόχρονα και όσο το δυνατόν καλύτερα), ενώ παράλληλα να του προσφέρεται η δυνατότητα παραπομπής στις πρωτότυπες πηγές.

Από κει και πέρα το ένστικτο πάντα χρειάζεται και θα έλεγα ότι πολλές φορές είναι αυτό που κάνει τη διαφορά στην αποκάλυψη ενός γεγονότος ή στη σύνδεση διαφορετικών μεταξύ τους δεδομένων. Το ένστικτο γεννάει τις ομορφότερες ιστορίες πίσω από τη συγγραφή ή διενέργεια μιας έρευνας, ενός βιβλίου. Όμως αυτά τα γοητευτικά περιστατικά είναι πρακτικά αδύνατον να τα μοιραστούμε με τους αναγνώστες μας.

Κυρίαρχες στη ζωή πιστεύετε ότι είναι οι ερωτήσεις ή οι απαντήσεις;

Σαφέστατα οι ερωτήσεις. Μια σημαντική απάντηση θα μπορούσε να μην προκύψει ποτέ, επειδή πολύ απλά δεν έγινε η κατάλληλη ερώτηση. Η πρόοδος της ανθρωπότητας προκύπτει μέσα από τη διατύπωση των κατάλληλων ερωτήσεων.

Θεωρείτε ότι οι Έλληνες γνωρίζουν επαρκώς την ιστορία τους; 

Δυστυχώς όχι. Και σε αυτό έχει τεράστια ευθύνη η ίδια η πολιτεία, τόσο με την προβληματική της Παιδεία (στην οποία εμπλέκεται μέχρι και σήμερα η Εκκλησία), όσο και με την αδυναμία της να εμφυσήσει στους ελληνοπαίδες την αγάπη για τη μελέτη της Ιστορίας.

Από την άλλη δεν γίνεται να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι κατά τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται μία άνθιση στην ελληνική βιβλιοπαραγωγή για θέματα Ιστορίας, με το αναγνωστικό κοινό να δείχνει την ανταπόκρισή του προς αυτή την κατεύθυνση. Αν μη τι άλλο κάτι τέτοιο μπορεί να εκληφθεί ως μία ελπίδα για το μέλλον.

Πιστεύετε ότι ένα ιστορικό δοκίμιο μπορεί να αλλάξει την συμπεριφορά των ανθρώπων;

Θεωρώ ότι μπορεί να αλλάξει άμεσα τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων. Η αλλαγή συμπεριφοράς θέλει τον χρόνο της. Ένα καλό ιστορικό δοκίμιο μπορεί να αποτελέσει τον σπόρο που θα γεννήσει στο μέλλον παράγωγες ιδέες, συμπεριφορές και πρακτικές. Αυτό είναι κάτι που έχω πάντα στο μυαλό μου, κάθε φορά που βάζω την “τελεία” σε μία μελέτη μου.

Κριτική βιβλίου: Emily Mackil – Creating a common polity: Religion, Economy, and Politics in the making of the Greek Koinon, Εκδόσεις University of California Press, Berkeley, 2013.

Η επικράτηση του Φιλίππου Β’ στη Μάχη της Χαιρώνειας (338) δεν έφερε, όπως πιστεύεται, την παρακμή του θεσμού των πόλεων-κρατών στην Ελλάδα. Απεναντίας, δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για την εξέλιξη του συγκεκριμένου πολιτειακού θεσμού σε αυτόν των ομοσπονδιακών κρατών ή αλλιώς όπως είναι περισσότερο γνωστός των Κοινών. Ιδιαίτερα μετά τον θάνατο του Μέγα Αλεξάνδρου και την έναρξη του Λαμιακού πολέμου το 323, τα Κοινά άρχισαν να θεωρούνται ως υπολογίσιμες πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα. Ενώ όπως ο Θουκυδίδης (1) πρώτος αναφέρει, τα Κοινά είχαν κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο (431-404) τοπικό χαρακτήρα και βασίζονταν στη συνεργασία των πόλεων με κοινή φυλετική καταγωγή, οι νέες πολιτικές συνθήκες οδήγησαν στη βαθμιαία εξάπλωση τους. Η καθιέρωση της μόνιμης συνεργασίας και η αύξηση των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των διάφορων ελληνικών πόλεων-κρατών σε τομείς όπως η οικονομία και η εξωτερική πολιτική με στόχο τη διατήρηση της πολιτικής ανεξαρτησία τους, κρίθηκε από τους ιστορικούς τόσο επιτυχημένη, ώστε να αποτελέσει ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της Ελληνιστικής περιόδου (2).

Ανέκαθεν οι ελληνικές πόλεις-κράτη, οργανώνονταν σε στρατιωτικές (Συμμαχία) ή θρησκευτικές (Αμφικτυονία) οντότητες, άλλοτε με χαλαρά και άλλοτε με αυστηρά περιγράμματα, με σκοπό την καλύτερη εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους. Όμως, η ραγδαία αύξηση της Μακεδονικής επιρροής, -ιδιαίτερα μετά τη νικηφόρα έκβαση της εκστρατείας του Αλεξάνδρου στην Ανατολή- στις αποφάσεις των πολιτειακών ζητημάτων της κεντρικής και νότιας Ελλάδας, οδήγησε σε νέου είδους εξελίξεις (3). Όπως ο Walbank (4) σημειώνει, η ξαφνική μετάβαση εξουσίας από τις παραδοσιακές ηγεμονίες (Αθηναϊκή, Σπαρτιατική, Θηβαϊκή) του παρελθόντος στις πανίσχυρες μοναρχίες των επιγόνων αποτέλεσαν την έναρξη μιας διαδικασίας ενοποιήσεων και συγχωνεύσεων πόλεων-κρατών, με σκοπό τον σχηματισμό μιας ενιαίας πολιτείας (Κοινά) για να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την Μακεδονική ισχύ. Τα νέα δεδομένα αναπροσάρμοσαν τις σχέσεις των πόλεων-κρατών στο θρησκευτικό – οικονομικό – πολιτειακό επίπεδο, αφού οι παραδοσιακές έννοιες όπως αυτάρκεια, αυτονομία και πολίτης αποκτούσαν νέα σημασία μέσα στο ελληνικό κοινωνικό γίγνεσθαι.   

Για τις σημαντικές αλλαγές που συντελέστηκαν μέσα σε αυτή τη δαιδαλώδη χρονική περίοδο προσπαθεί να μας κατατοπίσει η καθηγήτρια του πανεπιστημίου του Berkeley Ε. Mackil, ώστε να ερμηνεύσουμε ευκολότερα τα διάφορα γεγονότα που αντιμετώπισαν τα Κοινά κατά τον 2ο και 3ο αιώνα. Το βιβλίο της αποτελεί μέρος πολύχρονης έρευνας πάνω στα ελληνικά Κοινά, όπου και παρουσιάζει τις τελευταίες εξελίξεις σε διάφορες πτυχές τους. Η πρώτης της βιβλιογραφική εμφάνιση είχε γίνει στο βιβλίο των Funke και Beck (5), αναλύοντας διεξοδικά την οικονομική πτυχή της λειτουργίας αυτού του πολιτειακού φαινομένου. Όμως, αυτή τη φορά, η αναφορά της δεν περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο τομέα, αλλά επεκτείνεται εξίσου τόσο στο θρησκευτικό, όσο και στο πολιτειακό μέρος. Με μεστό λόγο στην επιστημονική επιχειρηματολογία της, η Mackil τοποθετεί στο επίκεντρο της ανάλυση της τα θεμελιώδη ερωτήματα που χαρακτηρίζουν τις μελέτες των Συμπολιτειών και είναι η ανεύρεση α)των τρόπων ανάπτυξης ενός Κοινού και β)των λόγων που οι περισσότερες πόλεις της Ελλάδας ενταχθήκαν σε κάποιο Κοινό. Οπότε, μέσω της μελέτης των γεγονότων των γνωστότερων Συμπολιτειών, όπως αυτών του Βοιωτικού, του Αχαϊκού και το Αιτωλικού Κοινού, παρουσιάζονται οι λόγοι που οι Έλληνες θέλησαν να ξεπεράσουν οριστικά τα χρόνια προβλήματα του παρελθόντος, διατηρώντας , όμως, παράλληλα απαράλλαχτες τις βασικές αξίες του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, οι οποίες είναι αυτές της ελευθερίας και της αυτονομίας.

Η Mackil μελετάει το θεσμό των Συμπολιτειών κυρίως μέσα από τις επιγραφές που έχουν βρεθεί στις αρχαιολογικές ανασκαφές και παραθέτει τις σημαντικότερες στο παράρτημα του βιβλίου. Με αυτό τον τρόπο μαθαίνουμε για τον τρόπο λειτουργίας των Κοινών, αφού οι αποφάσεις που λήφθηκαν από τα αρμόδια ομόσπονδα όργανα στόχευαν στην διεκπεραίωση διάφορων εσωτερικών ή εξωτερικών προβλημάτων, τα οποία αφορούσαν τόσο τους πολίτες τους, όσο και την ενίσχυση της πολιτικής τους θέση έναντι του βασιλείου της Μακεδονίας ή των άλλων Κοινών. Η Mackil προσθέτει τα δικά της συμπεράσματα δίπλα σε αυτά του Walbank και του Larsen (6), αποδεικνύοντας τους τρόπους που η θρησκεία, το εμπόριο και η καταγωγή χρησιμοποιήθηκαν ως τακτικές άσκησης της εξωτερικής πολιτικής, άλλοτε για να προωθήσουν την εμβάθυνση και τη συνοχή μεταξύ των διάφορων πόλεων-κρατών και άλλοτε να ενισχύσουν την γεωγραφική εξάπλωση μέσω των προσχωρήσεων νέων μελών. Παρατηρούμε τον τρόπο που διάφορα εμπορικά, πολιτιστικά ακόμη και μυθικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν -ανάλογα με τις συγκυρίες-, από τα Κοινά προκειμένου να καθιερωθούν σαν υπολογίσιμες στρατιωτικές και πολιτικές δυνάμεις στην διπλωματική σκακιέρα στον χώρο της Ελλάδας. Σαν παράδειγμα μπορούμε να αναφέρουμε την εκμετάλλευση εκ μέρους των Αιτωλών της νίκης τους έναντι των Γαλατών το 279 και την ραγδαία αύξηση της επιρροής τους επί της Δελφικής Αμφικτιονίας. Επίσης, άλλο σημαντικό παράδειγμα είναι η ανάλυση της συλλογιστικής πίσω από την καθιέρωση της νομισματικής πολιτικής των Κοινών, η οποία σε αντίθεση πχ με το Ευρώ και τον αναπτυξιακό του χαρακτήρα, είχε –όπως αποδεικνύεται- καθαρά συμβολικό χαρακτήρα και στόχευε στην αντικατάσταση των διάφορων άλλων νομισμάτων.   

Η μελέτη των ελληνικών Κοινών επανήλθε στην επικαιρότητα, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια λόγω των συζητήσεων που γίνονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τα θέματα εμβάθυνσης και συνοχής, οπότε το βιβλίο της Mackil μας προσφέρει την ευκαιρία για τη περαιτέρω μελέτη του θέματος, λόγω της ανάλυσης παρόμοιων πολιτικών κατά την Ελληνιστική περίοδο. Η επιχειρηματολογία της μας υπενθυμίζει τους τρόπους λειτουργίας των Συμπολιτιειών -μέσω της καθολικής και δημοκρατικής συμμετοχής των πόλεων-μελών, την υπερδραστήρια προσωπικότητα του Στρατηγού των Αχαιών Αράτου (7), μέχρι και τον νέο τρόπο εφαρμογής παραδοσιακών θεσμών όπως της ασυλίας της προξενίας και της ισοπολιτείας, ώστε να ερμηνεύσουμε καλύτερα κάποια σύγχρονα ευρωπαϊκά ζητήματα της τρέχουσας επικαιρότητας. Γενικότερα όμως, η ανάλυση και οι παρατηρήσεις της εμπλουτίζουν τις ιστορικές μας γνώσεις σχετικά με την κατάσταση στο γεωγραφικό χώρο της Ελλάδας πριν την έλευση των Ρωμαίων.

Παραπομπές

1. Θουκυδίδης, Γ’ 94.

2. Siewert P., Η ομοσπονδία στον ελληνικό κόσμο μέχρι το 338 πΧ, απόσπασμα στο Aigner-Foresti L., Δουκελλής Π., Siewert P., Zecchini G. (επιμ), Ομοσπονδίες στον αρχαίο κόσμο – Ιδέες και πράξη, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα, 2004, σελ. 28-29.

3. Buraselis K., απόσπασμα στο Buraselis K./Zoumboulakis (eds), The idea of European community in history.

4. Walbank F. W., Ο ελληνιστικός κόσμος, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1999, σελ 197.

5. Mackil E., The economics of federation in the ancient world, απoσπασμα στο Beck H. / Funke P. (eds) Federalism in Greek antiquity, Cambridge University Press, United Kingdom, 2015.  

6. Larsen J. O., Greek federal states. Their institutions and history, Oxford, United Kingdom, 1968. 7. Πλούταρχος, Βίοι παράλληλοι: Άρατος – Αρταξέρξης, εκδ. Κάκτος,

Συνέντευξη: Λευτέρης Καντζίνος

Το βιβλίο του ιστορικού Λευτέρη Καντζίνου «Αθήνα: 1204 – 1456. Τα άγνωστα χρόνια» (εκδόσεις Μεταίχμιο) κυκλοφόρησε πέρυσι και ήταν μια από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις στον χώρο των ιστορικών δοκιμίων που αφορούν τον μεσαιωνικό ελληνισμό. Ο τίτλος τα λέει όλα. Ο συγγραφέας μας ξεναγεί στον ελλαδικό χώρο εκείνης της περιόδου και φωτίζει μια ολόκληρη εποχή, κρίσιμη για τον μεσογειακό κόσμος. Ήταν βλέπετε η εποχή που το Βυζάντιο είχε υποβαθμιστεί σε μια τοπική δύναμη και τα περισσότερα εδάφη της χώρας μας διοικούνταν από Ιταλούς και τους Ισπανούς δούκες και μονάρχες.

Ο γνωστός ιστορικός ξέκλεψε λίγο χρόνο από τις υποχρεώσεις του και μας μίλησε για εκείνη την εποχή. Τον ευχαριστούμε πολύ!

1. Σχεδόν πριν από ένα χρόνο κυκλοφόρησε το πρώτο σας βιβλίο με τίτλο «Αθήνα 1204 – 1456: Τα άγνωστα χρόνια». Πώς νιώθετε γι’ αυτό;

Υποθέτω πως παρόμοια συναισθήματα διακατέχουν έναν γονιό, όταν για πρώτη φορά αγκαλιάζει το νεογέννητο παιδί του. Αισθήματα ευτυχίας, υπερηφάνειας, αισιοδοξίας και ικανοποίησης. Όταν όμως περνούν αυτές οι πρώτες στιγμές, έρχεται η αγωνία και η ευθύνη, όπως νιώθει ο γονιός για το νέο μέλος που έφερε στην κοινωνία. Αγωνία για το εάν αυτή η έκδοση πέτυχε τον σκοπό της, εάν δηλαδή κατάφερα να μεταδώσω στους αναγνώστες τα συναισθήματα που ένιωσα, όταν «ανακάλυπτα» αυτόν τον «παραμελημένο» κόσμο. Αγωνία για το εάν κατάφερα να μην αδικήσω εκείνη τη χρονική περίοδο, όσον αφορά την περιγραφή και την ανάλυσή της, αλλά και το κατά πόσο προσιτή την κατέστησα στους αναγνώστες. Ευθύνη απέναντι στους αναγνώστες, ώστε το βιβλίο αυτό να καταστεί ένα χρήσιμο εγχειρίδιο και η αφορμή για ένα νοητό «ταξίδι» σε μία λιγότερο δημοφιλή ιστορική εποχή της Αθήνας. Ευθύνη απέναντι στην ίδια την επιστήμη της Ιστορίας, ώστε ό,τι νέο εκδοθεί να είναι παρομοίως τεκμηριωμένο, εύληπτο και αντικειμενικό από μέρους μου.

2. Ποιο γεγονός ήταν αυτό που σας τράβηξε την προσοχή για να γράψετε για τη συγκεκριμένη περίοδο;

Αναμφισβήτητα τα σημεία αναφοράς της ελληνικής ιστορίας είναι εν πολλοίς γνωστά (και καλώς είναι). Η σύνδεση του Περικλή με την Ακρόπολη, η ναυμαχία της Σαλαμίνας, ο Κολοκοτρώνης, η Μικρασιατική Καταστροφή, το ρεμπέτικο τραγούδι, ο Βενιζέλος και το Έπος του ’40 είναι μερικοί μόνο από τους «ογκόλιθους» της ιστορίας μας. Δεν είναι όμως οι μοναδικοί. Ο υπερτονισμός τους, που ορισμένες φορές φθάνει στον σφετερισμό της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, με ώθησε στην αναζήτηση των συνδετικών κρίκων αυτών των ιστορικών «ογκόλιθων». Με άλλα λόγια, πάντα με «εξιτάρει» το λιγότερο «δημοφιλές», διότι μέσω αυτού καθίσταται πληρέστερα αντιληπτό το «δημοφιλές». Όλοι έχουν ακούσει κάτι για τον Περικλή, αλλά λιγότεροι για τον Εφιάλτη (συνωνυμία με τον προδότη των Θερμοπυλών). Όλοι γνωρίζουν έστω και περιγραφικά για τη ναυμαχία στη Σαλαμίνα, αλλά λίγοι για αυτή στις Αργινούσες. Άπαντες γνωρίζουν τι είναι το ρεμπέτικο τραγούδι, αλλά πόσοι έχουν ακούσει την όπερα «Μάρκος Μπότσαρης» του Παύλου Καρρέρ; Το ίδιο συνέβη και με την Αθήνα. Ξεκινώντας έναν περίπατο από την Αρχαία Αγορά και καταλήγοντας στην περιοχή του Μακρυγιάννη, ταξιδεύει ο νους σου από την αρχαιότητα μέχρι τα Δεκεμβριανά. Τα διάσπαρτα βυζαντινά εκκλησάκια στην Πλάκα φέρνουν στον νου τη βυζαντινή μυσταγωγία, αλλά απ’ όλη αυτή την πορεία, λείπει μία «ψηφίδα». Λείπει κάτι που να παραπέμπει στα χρόνια μεταξύ του Βυζαντίου και της οθωμανοκρατίας. Αυτόν τον «χαμένο κρίκο» για την ιστορική συνέχεια της Αθήνας τον βρήκα στη Μονή Δαφνίου. Εκεί ήταν η έδρα των ρωμαιοκαθολικών Φράγκων που βασίλευσαν στην Αθήνα. Εκεί ήταν ο τόπος της αιώνιας ανάπαυσης των Δουκών της Αθήνας. Εκεί βρίσκεται το μοναδικό όρθιο αρχιτεκτονικό δείγμα εκείνης της περιόδου στην Αττική. Όταν λοιπόν αντίκρισα τις σαρκοφάγους με τα εραλδικά χαράγματα και τον γοτθικό πρόναο του καθολικού της Μονής Δαφνίου, συνειδητοποίησα ότι αυτά ήταν μία καλή αφορμή για να ψάξω αυτόν τον «ξεχασμένο κρίκο» της αθηναϊκής ιστορίας.

3. Από καθαρά ιστοριογραφική άποψη, γνωρίζουμε επαρκώς την ιστορία της Αθήνας εκείνης της περιόδου;

Η πρώτη εμπεριστατωμένη καταγραφή της ιστορίας των Αθηνών γι’ αυτήν την περίοδο πραγματοποιήθηκε από τον Γερμανό ιστορικό Φερδινάνδο Γρηγορόβιο το 1882, ενώ σχεδόν έναν αιώνα αργότερα ακολούθησε μία αναδημοσίευση μελετών του Αμερικανού ιστορικού Κέννεθ Σέττον, που καταγίνεται θεματικά στην Καταλανική Εταιρεία. Όπως γίνεται αντιληπτό, τα σπουδαία αυτά έργα είναι ελλιπή και σε ορισμένες περιπτώσεις ανακριβή (ιδίως του Γρηγορόβιου), γιατί οι νέες αρχαιολογικές ανακαλύψεις έφεραν στο φως νέα δεδομένα ή ανέτρεψαν παλαιότερες εκτιμήσεις. Όσον αφορά τους Βυζαντινούς χρονικογράφους (Δούκας, Κριτόβουλος, Φραντζής, Χαλκοκονδύλης κ.ά.), επικέντρωσαν τις αναφορές τους στη Βασιλεύουσα, δίχως να κάνουν σχεδόν καμία μνεία στην Αθήνα. Έμμεσες πληροφορίες για την Αθήνα αντλούνται από τις πλούσιες αρχειακές πηγές κυρίως της Ιταλίας και ιδίως του Βατικανού και των Μεδίκων. Η αλληλογραφία, που διατηρούσαν οι αξιωματούχοι των Αθηνών με τις Αυλές της Δύσης, μας πληροφορεί τόσο για τη πολιτική, όσο και για τον καθημερινό τους βίο σε τούτο τον τόπο. Εμπορικές συνθήκες, καιρικά και φυσικά φαινόμενα που έπληξαν την πόλη (πλυμμήρες, σεισμοί κ.λπ.), γάμοι και στρατιωτικές δραστηριότητες είναι τα κύρια θέματά τους. Σχετικώς με την καθημερινότητα των Αθηναίων (και όχι των Λατίνων εξουσιαστών), ο αριθμός των πηγών μειώνεται σημαντικά, όσο πιο πίσω πάμε χρονικά. Επ’ αυτού τα τεκμήρια για τον 13ο αιώνα είναι ελάχιστα, ενώ από τα μέσα του 14ου αιώνα απαντώνται κατά τι περισσότερα. Η βασική γραπτή πηγή τέτοιων ζητημάτων είναι οι συμβολαιογραφικές πράξεις και ιδίως τα προικοσύμφωνα. Αυτά συντάσσονταν αποκλειστικά από τους νοτάριους (συμβολαιογράφους), οι οποίοι ήταν μόνο Έλληνες, επειδή κατείχαν την ελληνική (σχεδόν κανένας Αθηναίος δεν έμαθε να μιλά τη γλώσσα των κατακτητών, ενώ λιγοστοί Δυτικοί έμαθαν την ελληνική για να καλύπτουν τις βασικές καθημερινές τους ανάγκες). Μέσα από αυτές τις συμβολαιογραφικές πράξεις πληροφορούμαστε για τις οικογένειες της πόλης, την καταγωγή τους, την οικονομική τους κατάσταση, τους όρους των επιγαμιών, τις επαγγελματικές ενασχολήσεις κ.τ.λ. Όσον αφορά την πολεοδομία της πόλης, αυτή παραμένει άγνωστη. Μόνο χάρη του Αγκωνίτη έχουν διασωθεί εμμέσως οι παλαιότερες περιγραφές της «μεσαιωνικής» μορφής των κορυφαίων αρχαίων μνημείων. Εν ολίγοις, θα μπορούσε να ειπωθεί πως γνωρίζουμε πολύ περισσότερα για την Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ., παρά για την Αθήνα του 13ου αιώνα μ.Χ.

4. Διαβάζοντας το βιβλίο σας, κατάλαβα ότι η Αθήνα είναι σαν τη Ρώμη. Εκτός από την αρχαία και νεωτερική περίοδο, έχει να αναδείξει πλούσια ιστορία και κατά τα μεσαιωνικά χρόνια. Είναι μια πόλη με τρεις ιστορικές περιόδους. Σωστά;

Με την τυπικά επιστημονική έννοια του όρου Μεσαίωνας, ο ελλαδικός χώρος δεν γνώρισε ποτέ Μεσαίωνα, αλλά τον βυζαντινό πολιτισμό (οι δύο παραπάνω όροι έχουν σημαντικές χρονικές και πολιτισμικές διαφορές, αλλά όχι και τόσο κοινωνικές). Στον αντίποδα, η Ευρώπη δημιούργησε την Αναγέννηση, ενώ ο ελλαδικός χώρος παρέμεινε σε έναν παρατεταμένο «μεσαίωνα» (βυζαντινή και οθωμανική περίοδος). Δεν είναι τυχαίο που τα πρώτα ψήγματα για την απαρχή της ευρωπαϊκής Αναγέννησης εμφανίστηκαν αμέσως μετά την Α΄ Άλωση της Κωνσταντινούπολης, όταν δηλαδή πολλοί πνευματικοί άνθρωποι του «μεσαιωνικού» Βυζαντίου εγκαταστάθηκαν στη Δύση (κυρίως στα βόρεια της ιταλικής χερσονήσου). Εξαίρεση αυτού του «κανόνα» αποτελούν τα Επτάνησα, που δεν γνώρισαν σχεδόν καθόλου οθωμανοκρατία. Μία «ενδιάμεση» κατάσταση βίωσαν οι περιοχές, που παρέμειναν για μακρό χρονικό διάστημα υπό την κυριαρχία των Λατίνων, όπως η Κρήτη, οι Κυκλάδες και η Αθήνα. Στην «αντίπερα όχθη» βρέθηκαν οι περιοχές που δεν τέθηκαν σχεδόν καθόλου υπό τον έλεγχο των Λατίνων, όπως η Θράκη (με εξαίρεση μία περίοδο περίπου 60 ετών). Εμβληματική συνέπεια αυτών των διαφορών είναι η κρητο-αναγεννησιακή τέχνη συγκριτικά με τη βυζαντινο-οθωμανική τέχνη της Μακεδονίας ή της Θράκης (ζωγραφική, αρχιτκτονική κ.λπ.). Η Αθήνα βρίσκεται στο ενδιάμεσο των δύο παραπάνω περιπτώσεων στάδιο. Υπό την ευρεία έννοια του όρου, μπορεί να γίνει λόγος για «μεσαιωνική» περίοδο στην Αθήνα, γιατί οι 2,5 περίπου αιώνες της φραγκοκρατίας αναμφισβήτητα επηρέασαν τον τοπικό πολιτισμό. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο που οι δύο κορυφαίοι Έλληνες ιστοριογράφοι και λόγιοι του 15ου αιώνα, ο Γεώργιος Φραντζής και ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, κατάγονταν από την Κωνσταντινούπολη και την Αθήνα αντιστοίχως. Μάλιστα, ο έτερος γόνος της παραπάνω αθηναϊκής οικογένειας, ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, υπήρξε ένας από τους κύριους πρωταγωνιστές για την αναβίωση των ελληνικών γραμμάτων στη Δύση. Σχετικά δε με τη σύγκριση που κάνετε μεταξύ Ρώμης και Αθήνας, στην ιταλική πρωτεύουσα τα μεσαιωνικά κατάλοιπα είναι εμφανέστατα στην πόλη, ενώ αντιθέτως στην ελληνική είναι ανύπαρκτα.

5. Ποιοι είναι οι λόγοι, κατά τη γνώμη σας, που δεν μελετάμε την Αθήνα της βυζαντινής περιόδου;

Η κάθε χρονική περίοδος έχει τη δική της πολιτισμική πρωτεύουσα, η οποία καθίσταται και το κέντρο του ενδιαφέροντος των κατοπινών μελετητών (στην κλασική αρχαιότητα το σημείο αναφοράς είναι η Αθήνα, στα ελληνιστικά χρόνια είναι η Αλεξάνδρεια κ.ο.κ.). Στον βυζαντινό πολιτισμό ισχύει το εξής παράδοξο: αν και το φυσικό κέντρο του ήταν η Κωνσταντινούπολη, το βάρος των κατοπινών μελετών «έπεσε» στα μεγάλα μοναστικά κέντρα (κυρίως) του σύγχρονου ελλαδικού χώρου. Τούτο συνέβη διότι στα χρόνια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας τα περισσότερα επιτεύγματα του βυζαντινού πολιτισμού είτε καταστράφηκαν ολοκληρωτικά (βλέπε ανακτορικό συγκρότημα) είτε δεν επιτράπηκε η μελέτη τους από τις τοπικές αρχές. Συνεπώς, οι πολιτισμικοί θησαυροί στα πιο προστατευμένα μεγάλα μοναστικά κέντρα (Μονή της Πάτμου, Άγιος Όρος, Μονή Οσίου Λουκά κ.ά.) παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό ακέραιοι και ήταν περισσότερο προσβάσιμοι στους Ευρωπαίους περιηγητές. Επιπλέον, από τον 15ο αιώνα και έπειτα η μετακίνηση των Ευρωπαίων ταξιδιωτών προς την Αθήνα ήταν τόσο επικίνδυνη, που καθιστούσε το εγχείρημα σχεδόν αδύνατο. Τα Μεσόγεια ήταν έρημα, η ηπειρωτική σύνδεση με τη Στερεά «έσφιζε» από λήσταρχους και οι ακτές του Κορινθιακού κόλπου ήταν τα λημέρια των πειρατών. Επιπροσθέτως, οι διάφορες επιδημίες, που έπλητταν τις πόλεις στην ενδοχώρα του ηπειρωτικού ελλαδικού χώρου, αποτελούσαν έναν ακόμη ανασταλτικό παράγοντα για την έλευση των διαφόρων περιηγητών/αρχαιοδιφών στην Αττική. Έτσι, η Αθήνα «αποκλείστηκε» από το πεδίο μελέτης ήδη από τα τέλη της φραγκοκρατίας, κάτι που διήρκεσε μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα. Συνεπώς, εν τη γενέσει της η επιστήμη της Βυζαντινολογίας «έριξε» το βάρος της σε άλλα κέντρα πολιτισμού και όχι στην Αθήνα. Πέραν τούτων, η Αθήνα πάντοτε ήταν φημισμένη για τα αρχαία μνημεία της και όχι για τα βυζαντινά αρχιτεκτονήματά της. Τούτο έπαιξε έναν ακόμη σημαίνοντα ρόλο, που η σύγχρονη πρωτεύουσα της Ελλάδας δεν αντιμετωπίστηκε σαν «βυζαντινή πόλη». Ωστόσο, η Αθήνα και η Αττική γενικότερα έχουν να «καυχώνται» για δύο εμβληματικά δημιουργήματα του βυζαντινού πολιτισμού. Το ένα είναι ο ιδιότυπος αθηναϊκός ρυθμός ναοδομίας, που εδράζεται στον αγιορείτικο τύπο (κόγχες στις πλαϊνές πλευρές του ναού, που χρησιμοποιούνται ως χοροστάσια) με ψηλόλιγνους τρούλους και μακρόστενα θυρώματα. Αυτός ο αρχιτεκτονικός τύπος δεν απαντάται αλλού, πέρα της Αττικής. Το δεύτερο εμβληματικό δημιούργημα της βυζαντινής Αθήνας είναι τα καλλιτεχνήματα της Μονής Δαφνίου, που χρονολογούνται από τον 11ο αιώνα (Μέση Βυζαντινή περίοδος). Κυρίως τα ψηφιδωτά από το καθολικό της Μονής αυτής είναι από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα της τέχνης των Μακεδόνων αυτοκρατόρων, που φανερώνουν την στρατοκρατική πολιτική των μετά την Εικονομαχία χρόνων. Σημειωτέον ότι η Μονή Δαφνίου έχει ενταχθεί στον Κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

6. Το ζητούμενο για σας είναι να διηγηθείτε μια ιστορία ή θέλετε να πείτε και κάτι ακόμη;

Το προσωπικό στοίχημα είναι η δημοσίευση ιστοριών όσο το δυνατό λιγότερο γνωστές στο ευρύ κοινό. Η πολύπλευρη και η λεπτομερής αφήγηση ενός γεγονότος είναι το αρχικό ζητούμενο. Εάν αυτό επιτευχθεί και αποδοθεί με τον κατάλληλο τρόπο, τότε το επόμενο «βήμα» είναι να αποδειχθεί το πώς ένα γεγονός λειτουργεί ως αιτία και συνάμα αποτελεί αιτιατό ενός άλλου «κρίκου» της Ιστορίας. Η αλληλουχία αποτελεί τον πυρήνα για την εξήγηση όλων των ιστορικών στιγμών, από την ήττα των Αθηναίων στον Πελοποννησιακό πόλεμο μέχρι τη δημιουργία του κολοσσού της Amazon. Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι να αντιληφθεί ο αναγνώστης το «γιατί» συνέβη κάτι και τούτο είναι αποκλειστική υποχρέωση του συγγραφέα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, επιβεβαιώνεται η τόσο γνωστή, αλλά λιγότερο κατανοητή φράση «η Ιστορία επαναλαμβάνεται». Όμως, όσοι καταφέρουν να αποκτήσουν επαρκή γνώση της Ιστορίας, έχουν το δυσάρεστο προνόμιο να ψυχανεμίζονται τα μελλούμενα, που θα σημαδέψουν μία ολόκληρη  εποχή. Και είναι δυσάρεστο γιατί δεν μπορείς να αλλάξεις το επερχόμενο απλά το παρατηρείς να έρχεται δίχως να μπορείς να το σταματήσεις. Για παράδειγμα, είμαι σχεδόν σίγουρος ότι ο Ράνσιμαν θα είχε «προβλέψει» το τέλος του Πολέμου του Βιετνάμ (1955-1975), όταν συνέγραφε τους «Σικελικούς Εσπερινούς» το 1958 ή ο Βακαλόπουλος θα είχε αντιληφθεί το πώς θα κατέληγε η δεκαετία του 1980, όταν συνέγραφε τον «Χαρακτήρα των Ελλήνων» το 1983. Ας με συγχωρέσουν, λοιπόν, οι θρησκευόμενοι και ας μου επιτρέψουν να χρησιμοποιήσω καταχρηστικά τον όρο «προφήτης» για τους ιστορικούς. Συνεπώς, το ζητούμενο είναι η αφήγηση της Ιστορίας να αποτελέσει ένα «προφητικό» κείμενο.

7. Ποιο ήταν το πιο ενδιαφέρον κείμενο που διαβάσατε για εκείνη την περίοδο;

Δεν ξεχωρίζω κάποιο, όλα είχαν τη γοητεία τους. Το κάθε ένα αποκάλυπτε μία ακόμη «ψηφίδα» της «μεσαιωνικής» Αθήνας, που δεν μπορεί να σε αφήσει αδιάφορο. Μέσα από τα αρχειακά κείμενα «γνωρίζεις» ανθρώπους που έζησαν πριν από αιώνες και αντιλαμβάνεσαι ότι δεν διέφεραν και πολύ από εμάς. Παρομοίως και με τα κείμενα των ιστοριογράφων, μέσω των οποίων μπορείς να αντιληφθείς το κοινωνικο-πολιτισμικό υπόβαθρο αυτών των λογίων από τη γλώσσα που χρησιμοποιούν ή από τον τρόπο που σχολιάζουν τα γεγονότα. Από πλευράς πρόκλησης συναισθημάτων, θα μπορούσα να διακρίνω μία κατηγορία κειμένων με κορυφαία τα προικοσύμφωνα των φτωχών κοριτσιών και τις διαθήκες που συντάχθηκαν προ μίας πολεμικής σύγκρουσης. Στα μεν πρώτα αντιλαμβάνεσαι τον ανεκπλήρωτο πόθο, τη στεναχώρια των γονέων που δεν μπορούν να προσφέρουν στο παιδί τους όσα θα επιθυμούσαν. Αυτό που μου προκαλεί συγκίνηση ακόμη και αυτή τη στιγμή είναι το προικοσύμφωνο με το περιεχόμενο «γάιδαρος ένας και η ευχή των γονέων», που υποδηλώνει ότι ολόκληρη η περιουσία αυτής της οικογένειας ήταν ένας γάιδαρος και φυσικά οι πολύτιμες ευχές των γονιών προς τη νεόνυμφη κόρη τους. Και φυσικά οι διαθήκες, που συγγράφθηκαν προ μίας μάχης. Εκεί καθίσταται αντιληπτό ότι ακόμη και οι πιο θαρραλέοι άνδρες, οι άνθρωποι που είχαν την απόλυτη εξουσία στα χέρια τους λύγιζαν μπροστά στο ενδεχόμενο του θανάτου τους και προσπαθούσαν να «εξαγοράσουν» την Αιώνια Ζωή ή την υστεροφημία τους με μία πληθώρα ταμάτων. Ο φόβος των ανθρώπων εμπρός στον θάνατο και η αγάπη των γονέων προς τα παιδιά τους παραμένει διαχρονικός και αναλλοίωτος εδώ και χιλιάδες χρόνια και ούτε νομίζω ότι θα αλλάξει ποτέ.

8. Εσάς ποιες υπήρξαν οι βασικότερες επιρροές της σκέψη σας;

Με μία στιγμιαία αναδρομή στο παρελθόν τρία βιβλία ήρθαν αμέσως στο μυαλό μου, τα οποία μπορώ να πω πως «σημάδεψαν» την ψυχή μου. Θα σας τα πω, σύμφωνα με τη χρονολογική σειρά που τα διάβασα. Τα δύο πρώτα είναι αναγνώσματα της εφηβικής μου ηλικίας. Το ένα είναι «Ο άνθρωπος που γελά» του Ουγκώ. Μέσω αυτού του βιβλίου συνειδητοποίησα ως «εκκολαπτόμενος πολίτης» το τι σημαίνει διαφορετικότητα και στιγματισμός, αλλά κυρίως τις διά βίου συνέπειες της αδικίας και της βίας. Μέσα από τις ιστορικές αναφορές του, ο Ουγκώ αιτιολογεί τη βίαιη έως και απάνθρωπη συμπεριφορά των ηρώων του, αποδίδοντας με τραγικό τρόπο το φαινόμενο της αιτίας-αιτιατού, που σχολιάσαμε και παραπάνω. Το δεύτερο βιβλίο ήταν «Η ζωή μου και η τέχνη μου» του Μ. Καλομοίρη. Φαινομενικά είναι ένα «εύκολο» αυτοβιογραφικό ανάγνωσμα. Με μία δεύτερη ματιά, όμως, αυτό που εξέλαβα είναι το πόσο σημαντικό ρόλο παίζει το πάθος στη ζωή μας. Πάθος για την τέχνη, πάθος για ζωή, πάθος για τον έρωτα, πάθος για δημιουργία, πάθος για ό,τι κάνουμε. Όσα εμπόδια και εάν συναντήσουμε, εάν έχουμε πάθος, η ψυχή μας θα είναι ήρεμη, οπότε και η σκέψη μας θα βρεθεί στα μονοπάτια της ευτυχίας. Το τρίτο βιβλίο, που μου με έκανε να δω με διαφορετικό τρόπο τον «διπλανό» μου (κυριολεκτικά και μεταφορικά), είναι η «Αστραδενή» της Ε. Φακίνου. Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Αθήνα, ποτέ δεν μπήκα στον κόπο να ερμηνεύσω το πως νιώθουν τα παιδιά που έρχονται από την επαρχία στην πρωτεύουσα για να σπουδάσουν ή απλά για να «κτίσουν» το μέλλον τους. Μπορώ να πω πως ορισμένες φορές τα αντιμετώπιζα υποτιμητικά, γιατί μπορεί να μη γνώριζαν «ποιό λεωφορείο, πάει πού», όταν είχαν προσφάτως μετοικήσει στην πόλη. Και τούτο δεν έχει να κάνει με το οικονομικό ή το κοινωνικό τους υπόβαθρο, μη σας πω ότι τις περισσότερες φορές τα παιδιά αυτά ήταν κατά πολύ ανώτερα από εμάς τους «αστούς» ή τους «μικρο-αστούς». Αυτό που κατάλαβα από την «Αστραδενή» είναι το γεμάτο όνειρα και ελπίδες ξεκίνημα για μία νέα ζωή, που συνήθως όμως καταλήγει στη διάψευση, στην απογοήτευση και στην σκληρότητα της απρόσωπης πόλης. Επιγραμματικά θα μπορούσα να σας πω ότι τα σημεία αναφοράς των παραπάνω αναγνωσμάτων (σύμφωνα με την υποκειμενική μου κρίση) είναι η βία, το πάθος και τα όνειρα και ο τρόπος που όλα τούτα επηρεάζουν την ψυχή και τη σκέψη μας.

9. Πιστεύετε ότι ένα ιστορικό δοκίμιο μπορεί να αλλάξει τη συμπεριφορά των ανθρώπων;

Ναι, αναμφισβήτητα ναι! Και όχι μόνο ένα ιστορικό δοκίμιο. Είμαι της πεποίθησης ότι πρέπει να «ξεκοκαλίζουμε» τα πάντα, από ένα διαφημιστικό φυλλάδιο μέχρι μία εγκυκλοπαίδεια. Οτιδήποτε πέφτει στα χέρια μας μόνο καλό θα μας κάνει, εάν το διαβάσουμε. Η αξία του κάθε αναγνώσματος δεν έγκειται στην «ποσότητα» της πληροφορίας που θα αποκομίσουμε. Η σπουδαιότητα της μελέτης ενός αναγνώσματος είναι ότι βλέπεις τον κόσμο από τα «μάτια» ενός άλλου ανθρώπου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, παύεις να νομίζεις ότι είσαι το επίκεντρο του κόσμου, αντιλαμβάνεσαι ότι δεν σκέφτονται όλοι όπως εσύ και διαπιστώνεις ότι αυτά που εσύ θεωρείς δεδομένα, δεν είναι δεδομένα για κάποιους άλλους. Είναι απαραίτητο ένας Αριστερός να μελετήσει τον Ίωνα Δραγούμη, είναι απαραίτητο ένας συντηρητικός να μελετήσει τη μαρξιστική θεωρία, είναι απαραίτητο ένας άθεος να μελετήσει την Αγία Γραφή. Ιδίως μέσω των βιβλίων Ιστορίας, που ουσιαστικά όλα πραγματεύονται έμμεσα ή άμεσα την πολιτική Ιστορία, ο αναγνώστης μπορεί να προοδεύσει, γιατί απλά «ο άνθρωπος από τη φύση του είναι ον πολιτικό».

10. Κυρίαρχες στην ιστορία πιστεύετε ότι είναι οι ερωτήσεις ή οι απαντήσεις;

Η περιέργεια, η αμφισβήτηση και η έρευνα έφεραν την πρόοδο γιατί δημιούργησαν ερωτήματα, που έχρηζαν απαντήσεων. Εάν δεν είχαν δημιουργηθεί οι απορίες, δεν θα υπήρχε η λύση. Όμως, το ακόμη πιο ενδιαφέρον με την Ιστορία είναι ότι μία ερώτηση μπορεί να έχει περισσότερες από μία απαντήσεις. Άλλωστε αυτό είναι σύνηθες σε όλες τις θεωρητικές επιστήμες. Με την Ιστορία (όπως και με την Αρχαιολογία) οι απόλυτες απαντήσεις είναι ακόμη πιο σπάνιο φαινόμενο. Σε αυτές τις «συγγενικές» επιστήμες τα περισσότερα ερωτήματα μένουν αναπάντητα, ιδίως όταν η συζήτηση αφορά ζητήματα που χάνονται στα βάθη των αιώνων ή γεγονότα του άμεσου παρελθόντος. Στην πρώτη περίπτωση υπάρχει έλλειψη στοιχείων λόγω καταστροφής τους και στη δεύτερη περίπτωση λόγω των απόρρητων Αρχείων που δεν είναι διαθέσιμα προς έρευνα. Το «μεγαλείο», όμως, των επιστημών είναι ότι δεν έχουν δόγμα. Όταν ανακαλυφθεί ένα νέο στοιχείο (φυσικά κατόπιν ενδελεχούς έρευνας), η επιστημονική κοινότητα αλλάζει τα δεδομένα της με μεγάλη ικανοποίηση (π.χ. από το 1997 ο Δανός αιγυπτιολόγος Κιμ Ράιολτ είχε ενδείξεις για την ορθή αναδιάρθρωση του Κανόνα του Τορίνο, ώσπου τελικά κατάφερε να αποδείξει τους ισχυρισμούς του το 2011). Εν κατακλείδι οι ερωτήσεις είναι αυτές που μας «πάνε παρακάτω», έστω και εάν δεν καταφέρουμε να βρούμε τις απαντήσεις.

Συνέντευξη: Βαγγέλης Γιαννίσης

Ο γνωστός συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων και μέλος της ΕΛΣΑΛ Βαγγέλης Γιαννίσης είναι και πάλι κοντά μας. Λίγο πριν τη κυκλοφορία του ολοκαίνουργιου βιβλίου «Λεωφόρος Αλεξάνδρας 173» (εκδόσεις Διόπτρα), βρήκε λίγο χρόνο και απάντησε στις ερωτήσεις μας σχετικά με τις συνθήκες δημιουργίας του.

Αναμφισβήτητα, πρόκειται για το πιο ενδιαφέρον και καλογραμμένο βιβλίο του Βαγγέλη Γιαννίση.

  1. Σε λίγες ημέρες κυκλοφορεί το καινούργιο σου βιβλίο. Μπορείς να μας πεις λίγα λόγια για την υπόθεση;

Η Λεωφόρος Αλεξάνδρας 173 είναι το πρώτο εγχώριο true crime στο οποίο παρουσιάζεται πιστά και με ρεαλισμό ο τρόπος με τον οποίο ερευνά τις υποθέσεις ανθρωποκτονίας η ελληνική αστυνομία και δη το Τμήμα Εγκλημάτων Κατά Ζωής, το γνωστό σε όλους μας Ανθρωποκτονιών.

2. Βασίζεται σε πραγματικό περιστατικό;

Για την ακρίβεια, σε πέντε, όσοι ήταν δηλαδή και οι αξιωματικοί της αστυνομίας με τους οποίους συνεργάστηκα. Ο καθένας μου διηγήθηκε αρχικά μία υπόθεση που του έμεινε και έπειτα περάσαμε αρκετές εβδομάδες κάνοντας αναλυτική αναπαράστασή της, ώστε να τη μεταφέρω με ακρίβεια στο χαρτί.

3. Πώς ήταν η διαδικασία της συγγραφής δεδομένου και της γενικότερης κατάστασης.

Ευτυχώς το βιβλίο ολοκληρώθηκε περίπου έναν μήνα προτού επιβληθεί το πρώτο lockdown, ειδάλλως ομολογώ πως η συγγραφή του θα είχε πάει αρκετά πίσω. Εκείνη την περίοδο έψαχνα την όρεξη να κάνω το οτιδήποτε με το κυάλι.

4. Θέλεις να μας διηγηθείς κάποια ενδιαφέρουσα ιστορία κατά τη διάρκεια της συγγραφής;

Δίχως να αναφερθώ σε συγκεκριμένες λεπτομέρειες, θα πω γενικά ότι οι ώρες που πέρασα στον ενδέκατο όροφο της ΓΑΔΑ ήταν γεμάτες εκπλήξεις και διάφορα απρόοπτα. Το να βλέπεις από πρώτο χέρι το πώς κυλά η ζωή στο Ανθρωποκτονιών είναι μία απίστευτη εμπειρία, την οποία ελπίζω να βιώσουν οι αναγνώστες μέσω των σελίδων του βιβλίου.

5. Ακριβώς πριν από ένα χρόνο κυκλοφόρησε το Άμαροκ. Πώς σου φαίνεται σήμερα;

Σαν να έχει περάσει ολόκληρος αιώνας. Έχουν μεσολαβήσει τόσα πολλά γεγονότα που πραγματικά αδυνατώ να πιστέψω ότι έκλεισε μονάχα ένας χρόνος. Συμπτωματικά, η Λεωφόρος βγαίνει 11 Μαρτίου —ίδια ημέρα έκδοσης με τον Αμαρόκ. Πέρσι είχαμε πανδημία, ελπίζω φέτος να μην έχουμε εισβολή εξωγήινων.

6. Πιστεύετε ότι μπορούν σήμερα να υπάρξουν επαναστάσεις στον χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας;

Όσο υπάρχει κόσμος που γράφει, θα συντελούνται μικρές ή μεγαλύτερες επαναστάσεις στο είδος.

7. Ποιο είναι το πιο όμορφο κείμενο που έχουν δει τα μάτια σας;

Το Ett halvt ark papper (Μισή κόλλα χαρτί) του August Strindberg. Μέσα σε ελάχιστες λέξεις και με αφορμή μία σελίδα που ο πρωταγωνιστής βρήκε σε μία μετακόμιση, ο Strindberg αφηγείται την ιστορία ενός ζευγαριού.

Συνέντευξη: Σωκράτης Καμπουρόπουλος

Σήμερα, έχω την τιμή να φιλοξενώ στη στήλη «Ο κόσμος του βιβλίου» τον κο Σωκράτη Καμπουρόπουλο. Εργάστηκε στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ) από το 1996 έως το 2014 ως Ειδικός Σύμβουλος, ενώ ήταν παράλληλα υπεύθυνος για τις έρευνες του Παρατηρητηρίου Βιβλίου.

Κε Καμπουρόπουλε, εργαστήκατε ως Ειδικός Σύμβουλος του ΕΚΕΒΙ και ήσασταν υπεύθυνος για το Παρατηρητήριο του Βιβλίου για το χρονικό διάστημα 1996-2014. Άλλαξαν οι συνθήκες προς το καλύτερο και όσο θα θέλατε στο περιβάλλον του βιβλίου και της ανάγνωσης τη συγκεκριμένη περίοδο;

Οι συνθήκες στο ”περιβάλλον της ανάγνωσης”, στη χώρα μας, ανήκουν συνήθως στη σφαίρα μιας δραστηριότητας ψυχαγωγικoύ τύπου, στο βαθμό που το βιβλίο δεν συνδέεται με θεμέλια βαθύτερης μορφωτικής και πολιτιστικής καλλιέργειας, ήδη από τα νεανικά χρόνια, δηλαδή από το σχολείο ως το πανεπιστήμιο, ούτε φυσικά συνδέεται με το habitus κάποιων κοινωνικών τάξεων, ως στοιχείο της επιθυμίας τους για κοινωνική άνοδο και «διάκριση» κατά Μπουρντιέ.  Αυτά τα χαρακτηριστικά χαλαρής δραστηριότητας (με τη σημαίνουσα εξαίρεση ενός πολύ μικρού, τάξης μικρότερης του 8%, αλλά συστηματικού και αφοσιωμένου κοινού που αιμοδοτεί τον χώρο),  σημαδεύουν την πορεία της ζήτησης για το βιβλίο σε όλο αυτό το διάστημα που αναφέρετε: από την εποχή της ανόδου των καταναλωτικών δαπανών της δεκαετίας του ’90 (στο βιβλίο, πιο ειδικά, είχαμε: υπερδιπλασιασμό νέων τίτλων από 3.000 σε 7.000 το χρόνο, νέους εκδοτικούς οίκους, ίδρυση πολυώροφων βιβλιοπωλείων όπως ο επταώροφος Ελευθερουδάκης στην οδό Πανεπιστημίου, “μεγάλων επιφανειών”/grandes surfaces, αλυσίδων βιβλιοπωλείων και βιβλιοπωλείων-καφέ, της Στοάς του Βιβλίου, κλπ.), έως τη δεκαετία της κρίσης χρέους του 2010-2020, όταν είδαμε τις δαπάνες του κοινού για το βιβλίο να είναι από τις πρώτες που κόβονται, και μάλιστα κάθετα (μεγάλη, απότομη μείωση τζίρου και «έξοδος» μεγάλων επιχειρήσεων όπως η Fnac, ο Ελευθερουδάκης, ο Παπασωτηρίου, οι Modern Times, τα Ελληνικά Γράμματα, το Metropolis, κ.ά., ιστορικών βιβλιοπωλείων όπως η Εστία, ο Kauffmann, κοκ.)  

Το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου δημιουργήθηκε το 1995 ως οργανισμός που εποπτευόταν από το Υπουργείο Πολιτισμού, επομένως ως θεσμός του Υπ. Πολιτισμού στον χώρο του βιβλίου και των γραμμάτων. Από αυτή την άποψη, στη διάρκεια της 18/χρονης ζωής του κινήθηκε παράλληλα με τις εξελίξεις. Θέλω να πω ότι την εποχή της ανόδου της πολιτιστικής βιομηχανίας του βιβλίου, με την πρώτη του διευθύντρια μάλιστα να είναι πρώην εκδότρια, προσπάθησε να υποστηρίξει τον κλάδο με μελέτες, οδηγούς, αρχεία, εργαλεία, βάσεις δεδομένων (Βιβλιονέτ), εκπαίδευση αλλά και επενδυτικά, με προγράμματα λ.χ. μηχανογράφησης ή b2b ηλεκτρονικού εμπορίου.  Υποστήριξε τους δημιουργούς του βιβλίου. Επίσης, ανέλαβε από την αρχή οριζόντιες δράσεις για την αύξηση της οπτικότητας και της συμβολικής σημασίας του βιβλίου, από το «Μ’ ένα βιβλίο πετάω» της δεκαετίας του ’90, έως τις 100+ θεματικές Βιβλιογραφικές του Προτάσεις, έως τις επισκέψεις συγγραφέων στα σχολεία, τα εκπαιδευτικά προγράμματα για δημόσιες και δημοτικές βιβλιοθήκες, ως το πρόγραμμα της Φιλαναγνωσίας, μετά το 2009, για πρώτη φορά σ’ όλα τα ολοήμερα δημοτικά σχολεία της χώρας, σε συνεργασία με το Υπ. Παιδείας, και ως την Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης, την Έκθεση Παιδικού Βιβλίου στην Αθήνα και το Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών. Κατέγραψε και δικτύωσε τις Λέσχες Ανάγνωσης (που θα μπορούσε να τις έχει στηρίξει, ίσως, με ακόμη περισσότερα υλικά). Δημιούργησε ιστοσελίδα για το παιδί και το βιβλίο. Τίμησε μεγάλους λογοτέχνες μας με συνέδρια και εκπαιδευτικό υλικό (Βιζυηνό, Παπαδιαμάντη, Παλαμά, Σικελιανό, Καβάφη, Ξενόπουλο, Σεφέρη, Εμπειρίκο, Καζαντζάκη, Καραγάτση, Ρίτσο, Πεντζίκη, κ.ά.). Υποστήριξε από την αρχή τη Στοά του Βιβλίου και τις Εκθέσεις Βιβλίου των ΣΕΚΒ και ΣΕΒΑ με εκθέσεις, ημερίδες και θεματικές εκδηλώσεις (λ.χ. για το ιστορικό, το πολιτικό βιβλίο, τον ρατσισμό, τις μειονότητες, την αρχαιογνωσία, τη μεταφρασμένη λογοτεχνία, κ.ά.) που επαναλήφθηκαν, αργότερα, στην Έκθεση Θεσσαλονίκης. Παρήγαγε τηλεοπτικά σποτ για το βιβλίο (σκηνοθετημένα από δημιουργούς όπως ο Πέτρος Σεβαστίκογλου, η Κατερίνα Ευαγγελάκου, κ.ά.) και προσπάθησε να εμψυχώσει ακόμα και εκπομπή βιβλίου στην ΕΡΤ (με τον Μπερνάρ Πιβό). Δεν μπόρεσε όμως να μπει βαθύτερα στο πρόβλημα των μορφωτικών και κοινωνικών θεμελίων της ανάγνωσης, γιατί δεν οι αρμοδιότητές του ως θεσμού της πολιτικής πολιτισμού για το βιβλίο ήταν δεδομένες – δεν άγγιζαν λ.χ. τις υποδομές των βιβλιοθηκών και τα ζητήματα του Υπ. Παιδείας.

Άλλοι, σημαντικοί τομείς πολιτικής στους οποίους το ΕΚΕΒΙ δεν είχε αρμοδιότητα να υπεισέλθει, ήσαν: Τα οικονομικά και φορολογικά ζητήματα του βιβλίου. Τα θέματα του ανταγωνισμού (λ.χ. ενιαία τιμή βιβλίου – ποια βιβλία περιλάμβανε και ποια όχι). Η ποιότητα των σχολικών βιβλίων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, και ο εξοστρακισμός από το σχολικό πρόγραμμα της λογοτεχνικής ανάγνωσης. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία που βασίζεται στο ένα και μοναδικό σύγγραμμα, συνήθως του εκάστοτε διδάσκοντα,  και όχι στη χρήση βιβλιογραφικών πηγών και στον δανεισμό από τη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου στη βάση εργασιών, κλπ. Ο εξοβελισμός των συγγραφέων από τα ΜΜΕ και ο τρόπος που αναπτύσσεται ο δημόσιος διάλογος στη χώρα μας – που προτιμάει τις «κραυγές» από τη νηφάλια συζήτηση, την προφορικότητα και τα social media από τα άρθρα γνώμης, τα άρθρα από τα βιβλία γνώμης, κλπ. (πρβλ. τον μαρασμό των «ενθέτων βιβλίου» ακόμα και στις πιο έγκριτες εφημερίδες, οι οποίες τροφοδοτούν, ωστόσο, το κοινό με φτηνά υποκατάστατα βιβλίων). Η έλλειψη υποστήριξης για τους πνευματικούς δημιουργούς  –συγγραφείς, μεταφραστές, επιμελητές, κλπ. (ασφαλιστικά, φορολογικά και συνταξιοδοτικά θέματα). Όλα αυτά, το ΕΚΕΒΙ ως θεσμός μπόρεσε μόνο πολύ έμμεσα, ή ελάχιστα, να τα θίξει. Επομένως είναι λάθος να θεωρούμε το ΕΚΕΒΙ φορέα άσκησης «εθνικής πολιτικής βιβλίου» αντί για το σωστό, «φορέα πολιτικής του Υπ. Πολιτισμού για το βιβλίο».

Ήταν η κατάργηση του ΕΚΕΒΙ κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης πλήγμα για τον χώρο των Γραμμάτων;

Η κατάργηση του ΕΚΕΒΙ με τον ν. 4250/2014 υπήρξε καταρχάς συνέπεια της οικονομικής κρίσης που έπληξε, όπως είδαμε, μετωπικά τον κλάδο του βιβλίου, η οποία λειτούργησε σωρευτικά με τις υπόλοιπες επιπτώσεις της. Η ίδια η κατάργησή του υπαγορεύθηκε περισσότερο από (μικρο)πολιτικά και λιγότερο από αμιγώς δημοσιονομικά κριτήρια, καθώς η  εξοικονόμηση πόρων που προέκυψε στον προϋπολογισμό του Υπ. Πολιτισμού ήταν ελάχιστη (μόλις 750.000 ευρώ το χρόνο), ενώ επρόκειτο για έναν θεσμό που δούλευε εντατικά, παρήγαγε έργο και δεν χρωστούσε χρήματα (αντίθετα με δεκάδες άλλα προβληματικά  εποπτευόμενα νομικά πρόσωπα του ΥΠΠΟ, μεταξύ των οποίων και το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, που είχε παραμείνει  ακέφαλο, χωρίς διοίκηση και δράσεις επί δύο χρόνια, με χρέη σε όλα του τα Παραρτήματα και τις Εστίες του και με τους εργαζόμενους σε επίσχεση εργασίας). Το ΕΚΕΒΙ κατάφερνε μάλιστα να «μοχλεύει» από άλλες πηγές εσόδων (προγράμματα ΕΣΠΑ ΔΕΒΘ και Φιλαναγνωσίας, επιχορηγήσεις ΟΠΑΠ, ξένες επιχορηγήσεις και ίδια έσοδα), ποσά που ισοδυναμούσαν δύο φορές με τον τακτικό προϋπολογισμό του: άλλα 1,5 εκ. ευρώ, όπως φαίνεται στον τελευταίο αναρτημένο απολογισμό του 2011: http://www.ekebi.gr/appdata/documents/apologismos/dapanes2011.pdf. 

Η κατάργηση του ΕΚΕΒΙ με τη μέθοδο του «ξαφνικού θανάτου», ενός οργανισμού δηλαδή που δούλευε παραγωγικά, δεν χρωστούσε χρήματα αλλά το αντίθετο, δημιουργούσε μια μοναδική προστιθέμενη αξία με τη δράση του, είναι ένα βαρύτατο ατόπημα για το οποίο η τότε πολιτική ηγεσία (με Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης τον νυν πρωθυπουργό) θα πρέπει κάποια στιγμή να δώσει πειστικές απαντήσεις. Όλα αυτά στο πλαίσιο σπασμωδικών κινήσεων απέναντι στην πίεση που ασκούσαν οι δανειστές της χώρας μας για «μέτρα», κάτω από την οποία αντί να μεταρρυθμιστούμε βγάλαμε μόνοι μας τα μάτια μας.   

Οι συνέπειες της κατάργησής του υπήρξαν άμεσες και έμμεσες. Αμέσως, ματαιώθηκαν όλες οι δράσεις του, με εξαίρεση τη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης (ΕΣΠΑ της Περιφέρειας Κ. Μακεδονίας) και τη Βιβλιονέτ, που κι αυτές κλυδωνίστηκαν σοβαρά. Με τον «αποκεφαλισμό» της διοίκησης του ΕΚΕΒΙ από τον Υπουργό Πολιτισμού Κώστα Τζαβάρα, τον Δεκέμβριο του 2012, ματαιώθηκε ο διαγωνισμός αγοράς βιβλίων για τα δημοτικά σχολεία ύψους 400.000 ευρώ, που θα πρόσφερε κάποιες ανάσες στον κλάδο εν μέσω πτώσης των πωλήσεών του. Εντέλει ολόκληρο το πρόγραμμα ΕΣΠΑ της Φιλαναγνωσίας, ύψους 2 εκ. ευρώ, απεντάχθηκε όπως λέμε από το Υπ. Οικονομικών και τα χρήματα επέστρεψαν στην ΕΕ (δηλαδή χάθηκαν για τη χώρα μας). Η απόπειρα επισκέψεων συγγραφέων και διδασκαλίας της λογοτεχνίας στα -1.000- ολοήμερα δημοτικά σχολεία της χώρας εγκαταλείφθηκε, εξαιτίας της αδιαφορίας του Υπ. Παιδείας και της έλλειψης αρμόδιου φορέα να τις συντονίσει. Το πρόγραμμα «Φράσις» για την ενίσχυση της μετάφρασης της ελληνικής λογοτεχνίας σε ξένες γλώσσες, το οποίο είχε καταφέρει να αποκαταστήσει κάπως το κύρος της χώρας μας μετά την αποτυχία του αντίστοιχου προγράμματος της Δ/νσης Γραμμάτων του ΥΠΠΟ, δεν κατέβαλε ποτέ την επιχορήγηση στις εκδόσεις που ενέκρινε στον β’ κύκλο κρίσεών του, με αποτέλεσμα να ξαναρίξει τη χώρα μας σ’ ένα επίπεδο ανυποληψίας που δεν ταιριάζει ούτε σε χώρες του Τρίτου Κόσμου.

Η σημαντικότερη ζημιά, όμως, του χώρου του βιβλίου ήταν, όπως αποδείχτηκε, μακροπρόθεσμη. Με την απόλυση των 30 εργαζομένων του ΕΚΕΒΙ πετάχτηκε στα σκουπίδια πολύτιμη τεχνογνωσία σε κρίσιμους τομείς. Ματαιώθηκε η συνέχιση της αποτύπωσης του κλάδου του βιβλίου και του αναγνωστικού κοινού με μελέτες, στην πιο κρίσιμη δεκαετία τους. Τα αρχεία μεταφράσεων και μεταφραστών, βιβλιοπωλείων, βιβλιοθηκών, κλπ., δεν ανανεώθηκαν. Η Βιβλιονέτ υποβαθμίστηκε τόσο πολύ, χάνοντας ανθρώπους και σφρίγος (μέσα σ’ ένα καθεστώς πλήρους άγνοιας) με αποτέλεσμα να μην ξαναδώσει στατιστικά στοιχεία για την ελληνική βιβλιοπαραγωγή. Το περιεχόμενό της το «αντέγραψε» μεν ο ΟΣΔΕΛ (απέναντι στον οποίο το ΕΙΠ προσέφυγε στη δικαιοσύνη και στη συνέχεια συμβιβάστηκε), στις αρμοδιότητες του οποίου όμως δεν ανήκει η βιβλιογραφία. Το σπουδαιότερο όμως είναι ότι  χάθηκε για τους δημιουργούς, τους συγγραφείς, τους μεταφραστές, τους εκδότες και τους επαγγελματίες του βιβλίου ένας κρίσιμος συνομιλητής και ένας πολύτιμος διαμεσολαβητής στις σχέσεις τους με το κράτος, ένας «επιχειρηματίας πολιτικής»/”policy entrepreneur”, όπως λέμε στην ανάλυση δημόσιας πολιτικής, απέναντι σε μια τυφλή γραφειοκρατία από τη μια πλευρά, και σ’ ένα ανέτοιμο Υπουργείο Πολιτισμού από την άλλη.  Το νεκρανεστημένο Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, φορέας μη-συμμετοχικός, με ασαφείς στόχους και με κακή οργάνωση σε πόρους και μέσα, δεν κατάφερε να παίξει αυτό το ρόλο.

Η Αθήνα είναι μια από τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που διαθέτει ένα μεγάλο αριθμό βιβλιοπωλείων, βιβλιοθηκών και εκδοτικών οίκων. Χρειάζονται, πλέον, τη βοήθεια της πολιτείας για να αναπτυχθούν περισσότερο;

Η κρίση των βιβλιοπωλείων εξαιτίας της ψηφιακής μετάβασης του κλάδου του βιβλίου υπήρξε μια διεθνής εξέλιξη που εντάθηκε τη δεκαετία του 2010 και προηγήθηκε της πανδημίας. Ωστόσο, η απώλεια κύκλου εργασιών του κλάδου του βιβλίου εξαιτίας των περιοριστικών μέτρων, μέσα στο 2020, ήταν μεγαλύτερη στη χώρα μας απ’ ότι σε άλλες χώρες (σε μερικές από τις οποίες, όπως λ.χ. οι ΗΠΑ, η Μ. Βρετανία ή η Ιταλία, ο τζίρος του βιβλίου μέσα στην πανδημία σημείωσε οριακή αύξηση). Αυτό είναι συνέπεια της φύσης των μέτρων που πάρθηκαν εδώ, με το κλείσιμο ακόμη και των πολύ μικρών βιβλιοπωλείων, της έλλειψης υποστήριξης από το κράτος με αγορές βιβλίων και της ελλιπούς μετάβασης του κλάδου προς το ηλεκτρονικό εμπόριο.  

Οι αγωνιώδεις προσπάθειες που έγιναν ώστε τα μικρά βιβλιοπωλεία (πολλά από τα οποία άνοιξαν κατά την προηγούμενη δεκαετία), ν’ ανταποκριθούν στις εξ’ αποστάσεως παραγγελίες, θα πρέπει ν’ αντικατασταθούν από μια σταθερή πολιτική μετάβασης στην ψηφιακή σφαίρα με λειτουργικά e-shops, που τα οφέλη της θα είναι διαχρονικά. Οι ιδιώτες και το κράτος, μέσω του ΕΣΠΑ ή άλλων προγραμμάτων, θα πρέπει να κινηθούν άμεσα, συντονισμένα προς μια τέτοια επενδυτική κατεύθυνση– σε συνδυασμό με ψηφιακό μάρκετινγκ και με την ενίσχυση των κρίκων της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Πώς κρίνετε την πορεία του έντυπου βιβλίου στην Ψηφιακή εποχή; Άλλαξαν οι αναγνωστικές συνήθειες;  

Όπως διαπιστώσαμε από την πορεία των e-books την τελευταία δεκαετία, το έντυπο βιβλίο θα συνεχίσει να υπάρχει για πολύ καιρό ακόμα παράλληλα με το ψηφιακό. Την ίδια στιγμή μια σειρά από άλλες λειτουργίες όπως η προβολή, η επικοινωνία, η δικτύωση και η ανταλλαγή απόψεων γύρω απ’ αυτό περνούν σιγά σιγά στην ψηφιακή σφαίρα – αυτό είναι αναντίρρητο. Οι αναγνωστικές συνήθειες στη χώρα μας δεν έχουν επηρεαστεί πολύ από την ψηφιακή ανάγνωση, αφού ο τζίρος των e-books δεν ξεπέρασε ποτέ το 1% του τζίρου το έντυπου βιβλίου.  Οι δανεισμοί ψηφιακών βιβλίων από την Εθνική Βιβλιοθήκη έδωσαν κάποια ώθηση σ’ αυτό τον τομέα. Εάν δεν μεταβληθούν όμως σοβαρά τα δεδομένα της ανάγνωσης (και αυτό που βιώνουμε αυτή την εποχή, με έναν καθολικό περιορισμό κατ΄οίκον, το θεωρώ βραχυχρόνια συνθήκη), οι ισορροπίες αυτές δεν πρόκειται να μεταβληθούν πολύ.

Κατά τη θητεία σας, κάνατε και μια σειρά από σημαντικές στατιστικές έρευνες σχετικά με τις πολιτικές ανάγνωσης. Διαβάζουν τελικά οι Έλληνες; Κατά τη γνώμη σας, τι παραπάνω πρέπει να συμβεί για να αυξηθεί ο αριθμός των αναγνωστών;

– Αξιοποίηση των μορφών ανάγνωσης σε όλα τα μέσα

– Αξιόπιστοι βιβλιογραφικοί κατάλογοι και μηχανισμοί διαμεσολάβησης, ώστε να ξέρουμε τι έχει εκδοθεί και πού να το βρει κανείς

– Διατήρηση των βιβλίων σε κυκλοφορία, μέσω ψηφιακών εκδόσεων/ευέλικτων εκτυπώσεων (το βιβλίο είναι διαχρονικό αγαθό, οι νέες τεχνολογίες αποκλείουν την έννοια του «εξαντλημένου»)

-Δίκαιη και λογική (fair trade) τιμή του βιβλίου. Η διατήρηση σταθερής τιμής στα μπεστ σέλερ και σε όσα βιβλία ανατυπώνονται επί 30 μήνες δεν βοηθάει απαραίτητα σ’ αυτό (ο νόμος της Ενιαίας Τιμής Βιβλίου, όμως, δεν αποτρέπει τους εκδότες από το να μειώνουν τις τιμές καταλόγου τους).

-Μόνιμη θέση  του βιβλίου στο σχολείο και στο εκπαιδευτικό σύστημα, παράλληλα με τη δημιουργία βιβλιοθηκών

-Να οργανώσουμε εκδηλώσεις, να μιλάμε πιο πολύ για βιβλία. Να φανταστούμε διαδικασίες ενεργοποίησης των εν δυνάμει αναγνωστών, όπου η γνώμη τους θα «μετράει» και δεν θ’ ακούγεται μόνο η φωνή των συγγραφέων. Να πείσουμε τους αναγνώστες για τον ρόλο που μπορεί να παίξει το βιβλίο στη ζωή τους.

Κριτική βιβλίου: Ρενέ Ντεκάρτ – Λόγος περί της Μεθόδου, Εισαγωγή – μετάφραση – σημειώσεις: Χριστόφορος Χρηστίδης, Εκδόσεις Παπαζήση, 2η έκδοση, 1976.

Με αφορμή την ημερομηνία θανάτου του φιλόσοφου Ντεκάρτ (Rene Descartes) στις 11 Φεβρουαρίου του 1650,  παραθέτουμε τους λόγους που το «Σκέφτομαι άρα υπάρχω» (cogito ergo sum) άλλαξε τον τρόπο που στοχαζόμαστε.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ο Ντεκάρτ προσπάθησε μέσα από τα έργα του να δώσει μια νέα κατεύθυνση στην επιστήμη. Η νέα επιστημονική προσέγγιση όπως αυτή διατυπώθηκε κυρίως στο έργο του «Λόγος περί της μεθόδου» (1637), δεν εντάσσεται απλώς στην εξεύρεση ενός καλύτερου τρόπου μελέτης της φύσης, αλλά βρισκόταν πιο κοντά στο πνεύμα της «κοπερνίκειας επανάστασης» και είχε σκοπό να απαλλάξει την φιλοσοφική σκέψη της επιστήμης από κάθε ίχνος θεολογικού στοιχείου. Ο Ντεκάρτ αποδεχόταν την άποψη του Γαλιλαίου ότι το σύμπαν είναι ορθολογικά δομημένο και γραμμένο στην γλώσσα των μαθηματικών. Συνεπώς, ο Γάλλος μαθηματικός αμφισβητούσε τις ήδη υπάρχουσες γνώσεις, ενώ προσπαθούσε ταυτόχρονα να βρει την κατάλληλη επιστημονική μέθοδο που να υπηρετεί τον έλεγχο της εγκυρότητας της γνώσης. Όπως παρατηρούμε από την ανάλυση της καρτεσιανής μεθοδολογίας, βασικό στοιχείο αποτελεί ο στοχασμός. Με βάση το παραπάνω σκεπτικό, ο Ντεκάρτ διατυπώνει την περίφημη βασική του αρχή «σκέφτομαι άρα υπάρχω[1]» (cogito ergo sum), για να μας επισημάνει ότι ο νους αποτελεί ξεχωριστή υπόσταση από το υπόλοιπο σώμα. Δηλαδή, χρησιμοποιώντας τον νου, ο άνθρωπος μπορεί να βλέπει καθαρά, απαλλαγμένος από κάθε είδους συναισθήματα και τις πλάνες που δημιουργούν οι αισθήσεις[2]. Η κατανόηση της πραγματικότητας πρέπει να είναι απόσταγμα της ορθής σκέψης για να μην να δημιουργούνται αμφιβολίες στον συλλογισμό μας.   Τέλος, να αναφέρουμε ότι η διαφωνία του Ντεκάρτ με την βρετανική φιλοσοφία του εμπειρισμού εντοπίζεται κυρίως στην διαδικασία της επαγωγικής μεθόδου, λόγω των περιορισμένων ορίων της ανθρώπινης φύσης. Η καρτεσιανή θεωρία δεχόταν μόνο την επιβεβαίωση των μαθηματικών στον τρόπο λειτουργίας της φύσης.


[1] Descartes R., Λόγος περί της μεθόδου για την καλή καθοδήγηση του λογικού μας και την αναζήτησης της αλήθειας στις επιστήμες, εκδόσεις Παπαζήση, σελ. 32-33.[2] Ομοίως, σελ. 58-61.

Συνέντευξη: Αντώνης Γκόλτσος

 Ο Αντώνης Γκόλτσος είναι συγγραφέας και ιδρυτικό Μέλος της Ελληνικής  Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας (ΕΛΣΑΛ). Συντονίζει τη Λέσχη Ανάγνωσης Αστυνομικής Λογοτεχνίας των Εκδόσεων Μεταίχμιο, από τον Απρίλιο του 2007. Κυκλοφορούν τα μυθιστορήματα, Η αφιέρωση, Μεταίχμιο -2016 και Οδηγός φόνων, Μεταίχμιο-2019 και η συλλογή διηγημάτων, Ο βιγλάτορας, Κύφαντα-2020.

   Πρώτα, να ορίσουμε τον όρο: Λέσχη Ανάγνωσης ονομάζεται μια ομάδα ανθρώπων που έχουν συμφωνήσει να συναντιούνται σε τακτά διαστήματα (συνήθως μία φορά τον μήνα) και να συζητούν για βιβλία που αποφάσισαν να διαβάσουν από κοινού (Εθνικό Κέντρο Βιβλίου – ΕΚΕΒΙ).

   Διευκρίνιση: Τα πιο κάτω απηχούν τα όσα ισχύουν στη Λέσχη Ανάγνωσης Αστυνομικής Λογοτεχνίας, των Εκδόσεων “Μεταίχμιο” (“η Λέσχη”). Άλλες Λέσχες Ανάγνωσης πιθανώς να λειτουργούν διαφορετικά.     

  1.    Ποια είναι τα καθήκοντα και ποιες οι δεξιότητες ενός συντονιστή, σε μια λέσχη ανάγνωσης; 

   Η άσκηση του συντονισμού ξεκινά πριν από τη μηνιαία Συνάντηση της Λέσχης. Πρόκειται για την αλληλογραφία του συντονιστή που ακολουθεί την προηγούμενη Συνάντηση, με τις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα της συζήτησης και την αναφορά στις βασικές θέσεις που αναπτύχθηκαν, κατά τη συζήτηση. Θέσεις σχετικές με την υπόθεση, τους χαρακτήρες, το συγγραφικό ύφος, ακόμα και συγκριτικά με συγγενείς ιστορίες άλλων συγγραφέων, αλλά και βιβλία του ίδιου συγγραφέα, που έχουν, ενδεχομένως, συζητηθεί παλαιότερα. Στο πλαίσιο αυτής της αλληλογραφίας αναφέρεται – για τα Μέλη που δεν ήταν παρόντα στη Συνάντηση – και ο τίτλος του βιβλίου που αποφασίστηκε, για την επόμενη Συνάντηση. Σήμερα, λόγω των ειδικών συνθηκών που επιβάλλουν τη διαδικτυακή “Συνάντηση”, ο συντονιστής καλεί τα μέλη να προτείνουν τίτλους και υποβάλλει τις προτάσεις σε ψηφοφορία (και όλα, μέσω e.mail και μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο).

   Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, όπου και δοκιμάζονται, μεταξύ άλλων, και οι δεξιότητες του συντονιστή, ο τελευταίος καλείται να αναδείξει, αλλά και να επιδοτήσει, την επιθυμία των Μελών να συμμετάσχουν ενεργά στη συζήτηση, να διευρύνει την οπτική εικόνα της ανάγνωσης προτείνοντας εναλλακτικές “αναγνώσεις», να ιεραρχήσει τις θέσεις τον Μελών ανάλογα, μεταξύ άλλων, και με την ικανότητα του Μέλους να στηρίξει τη θέση του, να συστηματοποιήσει τον σχολιασμό, να επιχειρήσει την πειθαρχία όταν η κατάσταση τείνει να “ξεφύγει” (στη Λέσχη ακολουθούμε την αρχή “Ποτέ δεν μιλούμε πάνω από τέσσερις, συγχρόνως”…) και όλα, όχι απαραίτητα με την πιο πάνω σειρά… Προσωπικά, πέραν της αρχικής, συνοπτικής παρουσίασης του προς συζήτηση βιβλίου, επιδιώκω να μιλώ τελευταίος, ώστε να μην αποτελέσει η άποψή μου τον άξονα περί τον οποίο θα κινηθούν οι γνώμες που θα ακολουθήσουν∙ για τον ίδιο λόγο, αποφεύγω να προτείνω τίτλο βιβλίου, για την εκάστοτε επόμενη Συνάντηση.

  • Υπάρχουν κάποιου είδους κριτήρια για να γίνει κάποιος Μέλος;

   Όχι, δεν υπάρχουν κριτήρια για να γίνει κάποιος Μέλος. Επίσης, η διατήρηση της ιδιότητας του Μέλους δεν εξαρτάται από τη συχνότητα των παρουσιών/απουσιών του στις/από τις Συναντήσεις, ενώ δεν υπάρχει χρηματική επιβάρυνση, κατά την εγγραφή στη Λέσχη. Το Μέλος μπορεί να διακόψει τη συμμετοχή του στη Λέσχη, με απλή δήλωσή του. 

  •    Ποια είναι κατά τη γνώμη σας τα οφέλη ενός αναγνώστη, όταν είναι μέλος σε μια λέσχη ανάγνωσης; Μπορεί να λάβει η συμμετοχή του κάποιου είδους «εκπαιδευτική» διάσταση; 

   Πιστεύω ότι το βασικό όφελος της συμμετοχής ενός αναγνώστη σε μία Λέσχη Ανάγνωσης, πέραν του προφανούς της άμεσης επικοινωνίας και επαφής με θιασώτες του λογοτεχνικού είδους της δικής του προτίμησης/επιλογής, είναι η ευκαιρία της ακρόασης μιας άλλης “ματιάς”, επάνω σε ένα κοινό κείμενο. Συνήθως “διαβάζουμε” με έναν συγκεκριμένο, προσωπικό, τρόπο, ακολουθώντας, λιγότερο ή περισσότερο, τυποποιημένα στερεότυπα. Χωρίς να φιλοδοξεί σε μία αναθεώρηση προσωπικών κανόνων και προτύπων, η συζήτηση σε μία Λέσχη Ανάγνωσης μπορεί να ανανεώσει την “οπτική” γωνία του αναγνώστη, με τη συνακόλουθη συνέπεια του επαναπροσδιορισμού της απλής διαπίστωσης “μου αρέσει” ή “δεν μου αρέσει”. “Οπτική” γωνία, που, πέραν της διαπίστωσης, οδηγεί, αν δεν επιβάλλει, την επιχειρηματολογία.

   Ειδικά σε Λέσχες Ανάγνωσης κάποιας μακρόχρονης λειτουργίας, τα Μέλη αναπτύσσουν ή μπορούν να καλλιεργήσουν, τη σ υ γ κ ρ ι τ ι κ ή γνώση και σχολιασμό, απέναντι σε έργα του συγκεκριμένου λογοτεχνικού είδους ή υποείδους. Είναι αυτό που αποτελεί την “προίκα” μιας Λέσχης Ανάγνωσης και αυτό που συνιστά – θα τολμούσα – την “εκπαιδευτική” διάσταση μιας Λέσχης Ανάγνωσης.  

  •    Τι θεωρείτε ότι συνιστά τη μείζονα δυσκολία, στη λειτουργία μιας λέσχης ανάγνωσης;

   Θεωρώ ότι τη μείζονα δυσκολία στην εύρυθμη λειτουργία μιας Λέσχης επιβάλλει η …επιτυχία της. Αυτή που γίνεται ορατή στον αριθμό των συμμετοχών, στις Συναντήσεις της. Μία παρουσία περισσότερων των 20-25 Μελών δημιουργεί το πρόβλημα διάχυσης της προσοχής, των παράλληλων συζητήσεων, των επικαλυπτόμενων φωνών (εξ ου και η αρχή της Λέσχης, που προαναφέρθηκε…). Και συνιστά μία μείζονα πρόκληση στις δεξιότητες του συντονιστή, ο συντονισμός του ακροατηρίου.    

   Μία δυσκολία, σχετικά δύσκολο να ξεπεραστεί, είναι και η συχνότητα      συμμετοχής συγκεκριμένων Μελών, στη συζήτηση. Ένας, απολύτως φυσικός, ενδοιασμός περί την έκφραση άποψης εμπρός σε ακροατήριο, εμποδίζει τη συμμετοχή στη συζήτηση, σε ορισμένα Μέλη. Και αποτελεί ένα στοίχημα για τον συντονιστή, να ενεργοποιήσει αυτό το μέρος του ακροατηρίου.

   Άλλο σημείο που πρέπει να προσεχτεί είναι η χωροθέτηση των συναντήσεων. Eνα επίμηκες τραπέζι που καλείται να “στεγάσει” 20 έως 30 άτομα, αποτελεί την εγγύηση για “χωριστές” συζητήσεις, για τη διάσπαση της εστίασης, σε πτυχές του βιβλίου που ενδιαφέρουν, και, τελικά, στην κόπωση του ακροατηρίου.  

  •    Με ποιο κριτήριο γίνεται η επιλογή των βιβλίων; 

   Το Μέλος που θα προτείνει έναν τίτλο, θα πρέπει (α) Να έχει διαβάσει το βιβλίο και να έχει θετική άποψη γι αυτό, και (β) Να έχει ερευνήσει το κατά πόσον το βιβλίο είναι διαθέσιμο στον Εκδότη ή στο βιβλιοπωλείο του. Στην περίπτωση επιλογής βιβλίου Έλληνα συγγραφέα, καλείται ο Συγγραφέας στη Συνάντηση της Λέσχης. Άλλως, ο Μεταφραστής[1].

  • Ποιο είναι το τρέχον καθεστώς των λεσχών ανάγνωσης, στην Ελλάδα;

   Να ξεκινήσουμε από τη διαπίστωση ότι το 53% των ενηλίκων Ελλήνων δεν διαβάζει έ ν α (αριθμός “1”) βιβλίο, τον χρόνο[2].

   Στην Ελλάδα λειτουργούν περί τις 200 Λέσχες Ανάγνωσης, καλύπτοντας το πλήρες φάσμα των λογοτεχνικών ειδών. Εδώ, δεν υπολογίζονται οι μικρές Λέσχες-ομάδες, που συνέρχονται μεταξύ φίλων σε ιδιωτικούς χώρους, όπως και οι διαδικτυακές Λέσχες Ανάγνωσης, οι οποίες, αν και λίγες, παρουσιάζουν αυξημένο αριθμό Μελών.

   Προσωπική η άποψη ότι ο μέσος αριθμός των Μελών ανά Λέσχη Ανάγνωσης, όπως και ο αριθμός των εν λειτουργία Λεσχών είναι εξαιρετικά περιορισμένος, αλλά και σε αντιστοιχία με το χαμηλό ποσοστό φιλαναγνωσίας, στη χώρα. Επίσης, βασιζόμενος σε ένα περιορισμένο δείγμα – και κατ΄ αυτό μη αξιόπιστο – θεωρώ ότι η μέση διάρκεια αδιάκοπης λειτουργίας μίας Λέσχης Ανάγνωσης, στην Ελλάδα, είναι περιορισμένη.        

  • Κρίνεται απαραίτητη η λειτουργία πολλών λεσχών ανάγνωσης προκειμένου να προωθηθεί επαρκώς η φιλαναγνωσία; 

   Νομίζω πως η φιλαναγνωσία είναι η προϋπόθεση για την ανάπτυξη των Λεσχών Ανάγνωσης και όχι το αντίστροφο. Με άλλα λόγια, δεν πιστεύω ότι η λειτουργία μίας ή περισσότερων Λεσχών Ανάγνωσης θα προωθούσε τη φιλαναγνωσία και το τυπικό Μέλος μιας Λέσχης Ανάγνωσης είναι ήδη ενεργός – αν όχι, συστηματικός – αναγνώστης. Στη συνέχεια των πιο πάνω, οι Λέσχες ανάγνωσης αποτελούν ένα αξιόλογο εργαλείο, για μία πιο συστηματική και διαχρονικά συνεπή ανάγνωση, δίνοντας την ευκαιρία στους αναγνώστες να συντηρήσουν και να καλλιεργήσουν τη φιλαναγνωσία, σε μία ατμόσφαιρα και ένα περιβάλλον αποδοχής κοινών ενδιαφερόντων.       

  • Ποιες διευκολύνσεις μπορεί να κάνει ένας εκδοτικός οίκος και ποιες ένα βιβλιοπωλείο για να βοηθήσει στην ομαλή λειτουργία μιας τοπικής λέσχης; 

   Πέραν της παροχής του χώρου για τις συναντήσεις της Λέσχης Ανάγνωσης του εκδοτικού οίκου ή του βιβλιοπωλείου, τα Μέλη της θα πρέπει να απολαμβάνουν καλύτερες τιμές στα βιβλία του οίκου και του βιβλιοπωλείου (και όχι αποκλειστικά στο λογοτεχνικό είδος που ακολουθεί η Λέσχη). Και, ως εάν ήταν απαραίτητο να υπογραμμιστεί, σε μία Λέσχη Ανάγνωσης εκδοτικού οίκου δεν θα πρέπει να υπάρχει περιορισμός στην επιλογή προς συζήτηση βιβλίων και άλλων οίκων. Οι εκδοτικοί οίκοι και τα βιβλιοπωλεία θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα ενεργοί στη δημιουργία σεμιναρίων και εργαστηρίων, με προνομιακές τιμές για τα Μέλη των Λεσχών τους, όπου, παράλληλα, θα  διαφημίζονται τα πλεονεκτήματα της συμμετοχής, σε μία Λέσχη Ανάγνωσης.

   Σε επόμενο στάδιο, οι εκδοτικοί οίκοι, αλλά και τα βιβλιοπωλεία, θα εξέταζαν τη δημιουργία διαδικτυακών Λεσχών Ανάγνωσης, με τα σχετικά πλεονεκτήματα για τα Μέλη τους, αλλά και τη συστηματική παρουσία τους σε βιβλιοφιλικούς ιστοτόπους. Τα πλεονεκτήματα μιας διαδικτυακής Λέσχης Ανάγνωσης είναι προφανή: Μέγιστη γεωγραφική διάχυση, απουσία αριθμητικών περιορισμών για την εύρυθμη λειτουργία των συναντήσεων, ιδιαίτερα απέναντι σε ένα υπεράριθμο ακροατήριο, ελευθερία διακίνησης από Λέσχη σε Λέσχη, επικοινωνιακή αμεσότητα διάσπαρτων γεωγραφικά Μελών, κλπ. (βλ. άρθρο μου, “Αστυνομική Λογοτεχνία και Λέσχες Ανάγνωσης”/ περιοδικό “Πολάρ”, Νο 4, Αύγουστος 2019, σελ. 34-36). Θα πρέπει, πάντως, να εκτιμηθούν, εδώ, οι ιδιαίτερα αυξημένες ανάγκες στελέχωσης των Λεσχών αυτών.      


[1] Αυτά, υπό νορμάλ συνθήκες. Υπό καθεστώς τηλε-Συναντήσεων, οι συσχετισμοί  έχουν ανατραπεί.

[2] Πηγή, ΕΚΕΒΙ (2011) – Εύλογη η υπόθεση ότι – συναρτώμενο με την κρίση των ετών που ακολούθησαν – το ποσοστό που προαναφέρθηκε θα πρέπει να έχει αυξηθεί. 

Συνέντευξη: Άγης Αθανασιάδης

Ο βιβλιοπώλης Άγης Αθανασιάδης μας εξηγεί τα οφέλη που έχει ένας αναγνώστης μέσα σε μια Λέσχη Ανάγνωσης.

  1. Ποια είναι τα καθήκοντα ενός συντονιστή σε μια λέσχη ανάγνωσης;

Δεν έχω μεγάλη εμπειρία από τις Λέσχες Ανάγνωσης, συντόνιζα μαζί με την Κατερίνα Μαλακατέ για 6 χρόνια, την Λέσχη που δημιουργήσαμε στο Booktalks, και τώρα προσπαθώ να δημιουργήσω μια νέα Λέσχη Ανάγνωσης, στο Free Thinking Zone, με το οποίο συνεργάζομαι. Οπότε δεν μπορώ να θεωρήσω τον εαυτό μου, «ειδικό» ή «βαθύ γνώστη» των λειτουργιών μιας Λέσχης. Απ’ ότι μπορώ να σκεφτώ και βαδίζοντας μόνο με την φτωχή μου εμπειρία στο θέμα, ο συντονιστής θα πρέπει

Α) Να έχει διαβάσει το βιβλίο προσεκτικά (όχι, δεν είναι αυτονόητο)

Β) Να δίνει τον λόγο σε όσα από τα μέλη θέλουν να πουν κάτι – ακόμα και το πιο αδιάφορο

Γ) Να φροντίζει να τηρείται κάποιου είδους χρονικό περιθώριο στις παρεμβάσεις, απόψεις των μελών – δεν μπορεί κάποιος να μιλάει πάνω από 5 λεπτά και κυρίως να μη διαβάζει κάποια «έκθεση ιδεών».

Δ) Να μη δημιουργούνται ξεχωριστές συζητήσεις μεταξύ των μελών – κυρίως στις πολυπληθείς λέσχες.

Ε) Να μπορεί να αντιλαμβάνεται πότε μια συζήτηση πλατειάζει ή «κάνει κοιλιά», ώστε να τονώσει το ενδιαφέρον, με κάποιο νέο θέμα γύρω από το βιβλίο που συζητιέται.

Στ) Να θυμάται τους συμμετέχοντες (όχι, δεν είναι αυτονόητο)

Τελευταίο και όχι έσχατο

Ζ) Να δώσει ταυτότητα στη Λέσχη που συντονίζει. Υπάρχουν όλων των ειδών οι Λέσχες Ανάγνωσης, από τις πολυπληθείς έως τις ολιγομελείς, από τις Λέσχες Εκδοτικών οίκων έως αυτές που θυμίζουν «τέια κυριών». Ευθύνη του συντονιστή είναι να υπάρχει συνέπεια στα βιβλία που επιλέγονται. Δυστυχώς δεν είναι όλα τα βιβλία ίδια, ούτε όλοι οι συγγραφείς μπαίνουν στο ίδιο καζάνι και ανακατεύονται.

2. Υπάρχουν κάποιου είδους κριτήρια για να γίνει κάποιος μέλος;

Όχι, απλά να ενδιαφέρεται για τα βιβλία και βέβαια να έρχεται έχοντας επαρκή γνώση του βιβλίου που θα συζητηθεί.

3. Ποια είναι κατά τη γνώμη σας τα οφέλη ενός αναγνώστη, όταν είναι μέλος σε μια λέσχη ανάγνωσης; Μπορεί να λάβει η συμμετοχή του κάποιου είδους «εκπαιδευτική» διάσταση;

Τα οφέλη είναι αρκετά, προγραμματίζεις τις αναγνώσεις σου, μαθαίνεις από τους άλλους, από τη συζήτηση, ακούς για βιβλία που μπορεί να μη γνωρίζεις, καθώς από την συζήτηση προκύπτουν αναφορές και παραπομπές, τέλος συμμετέχεις σε μια «παρέα» που έχει τα ίδια ενδιαφέροντα με σένα, δημιουργούνται φιλίες και τέλος, δεν αισθάνεσαι «απόκληρος» (κάτι που όλοι οι βιβλιόφιλοι το έχουν αισθανθεί κατά καιρούς), διότι βρίσκεσαι με ανθρώπους που μοιράζονται το ίδιο ενδιαφέρον με σένα.

4. Με ποιο κριτήριο γίνεται η επιλογή των βιβλίων;

Η επιλογή γίνεται παίρνοντας ως γνώμονα, το αναγνωστικό επίπεδο των συμμετεχόντων. Θα ήταν ανόητο σε μια Λέσχη που συγκεντρώνονται έμπειροι και δοκιμασμένοι αναγνώστες να προτείνεις κάτι δεν θα ενδιαφέρει κανέναν άλλον, παρά μόνο εσένα. Προσωπικά μιλώντας, αυτό που θέλω είναι να συζητιούνται βιβλία που έχουν πολλά θέματα για ανάλυση, βιβλία που ιντριγκάρουν τον αναγνώστη και τον κάνουν να σκεφτεί, βιβλία που έχουν να προσφέρουν. Δεν είναι αναγκαίο να μ’ αρέσουν ή να τα θεωρώ «αριστουργήματα» (πολλές φορές πρότεινα βιβλία που δεν ήξερα καν, ούτε είχα διαβάσει, απλά από ένστικτο) – απλά να μπορεί να γίνει συζήτηση στα θέματα που θίγουν.

Καλό θα ήταν να αποφεύγεται η συζήτηση γύρω από βιβλία «της μόδας», ενώ αυτό που προσπαθώ είναι να υπάρχει ποικιλία στις επιλογές μέσα στο διάστημα της χρονιάς – δηλαδή, να διαβάζουμε βιβλία διαφορετικής θεματολογίας κάθε φορά. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν κουράζεται το μέλος της Λέσχης και ανυπομονεί για την επόμενη συνάντηση.

5. Κρίνεται απαραίτητη τη λειτουργία πολλών λεσχών ανάγνωσης προκειμένου να προωθηθεί επαρκώς η φιλαναγνωσία;

Η φιλαναγνωσία δεν πρόκειται να προωθηθεί από τις Λέσχες Ανάγνωσης, αλλά από κοινωνικές και εκπαιδευτικές τομές. Βοηθάνε οι Λέσχες αν λειτουργούν με αντικειμενικά κριτήρια και όχι για να προωθηθεί κάποιος εκδοτικός οίκος ή κάποιος συγγραφέας. Βέβαια, όσες περισσότερες Λέσχες, τόσο καλύτερο είναι για όλους, για τους εκδότες, τους βιβλιοπώλες, τους αναγνώστες που μπορούν να συμμετέχουν αν θέλουν (και έχουν τον χρόνο) σε περισσότερες από μια.

6. Ποιες διευκολύνσεις μπορεί να κάνει ένας εκδοτικός οίκος και ποιες ένα βιβλιοπωλείο για βοηθήσει στη ομαλή λειτουργία μας τοπικής λέσχης;

Ο εκδοτικός οίκος μπορεί να προσφέρει το βιβλίο που θα συζητηθεί με μεγαλύτερη έκπτωση ή συμμετέχοντας με τον μεταφραστή (αν πρόκειται για μεταφρασμένο έργο) ή τον συγγραφέα (αν πρόκειται για εγχώριο βιβλίο). Το βιβλιοπωλείο μπορεί να διαθέσει τον χώρο (εάν έχει διαθέσιμο), όπως και να προωθήσει την Λέσχη που φιλοξενεί διαφημίζοντάς την – έτσι κι αλλιώς ευνοημένο θα βγει – κάποια βιβλία θα πουλήσει, θα κερδίσει ανθρώπους που μπορεί να μη το γνώριζαν, ή, να μην είχαν ξανάρθει. Καλό επίσης θα είναι, ο βιβλιοπώλης αν δεν είναι συντονιστής, να συμμετέχει στη συζήτηση, κατ’ αυτόν τον τρόπο θα αναπτύξει προσωπικές σχέσεις με τα μέλη της Λέσχης.

Συνέντευξη: Νίκος Βατόπουλος

Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Νίκος Βατόπουλος μόλις κυκλοφόρησε το πιο προσωπικό του βιβλίο. Το μυθιστόρημα «Στο βάθος του αιώνα: ένα αφήγημα για την Αθήνα» (Εκδόσεις Μεταίχμιο) μας οδηγεί σε νέες ανεξερεύνητες περιοχές της αθηναίικής γης. Από τις λίγες φορές που ένα λογοτεχνικό κείμενο βάζει τον αναγνώστη να ψάξει έξω από το βιβλίο του και μετά να επιστρέψει πίσω στο κείμενο της ιστορίας. Εξαιρετική δημιουργία!

Για να δούμε όμως τι έχει να μας πει ο κος Βατόπουλος για το βιβλίο του.

  1. Πώς νιώθετε τώρα που τελειώσατε το καινούργιο σας βιβλίο;

Ηταν μια ανάγκη που έπρεπε να εκτονωθεί, σαν μια εκβολή ενός ποταμού. Επιχείρησα να οργανώσω ένα τοπίο μνήμης και να αποτυπώσω μια αστική πατριδογνωσία. Κατά συνέπεια, η συγγραφή ενός τόσο προσωπικού βιβλίου, όπως αυτό, λειτούργησε ως μοχλός αποσυμπίεσης  και απελευθέρωσε κατά κύματα σκέψεις και απωθημένες εικόνες. Αυτό το βιβλίο μου έδωσε τη δυνατότητα να αντλήσω από μια βαθιά δεξαμενή αναφορών, εμπειριών και συλλογισμών και να σταθώ σε μια νέα αφετηρία. Ενιωσα, δηλαδή, ότι είχα επιτελέσει ένα καθήκον απέναντι στον εαυτό μου, μια σχετική κάθαρση και μια επανεκκίνηση.

2. Πείτε μας λίγα λόγια για το περιεχόμενο του.

Είναι ένα βιβλίο συνειρμικής γραφής που δίνει φωνή σε εσωτερικούς μονολόγους αλλά και σε πρόσωπα που πέρασαν και σε πρόσωπα που είναι κομμάτι της αθηναϊκής συνθήκης. Είναι ένα βιβλίο για την Αθήνα και την ιδέα των πόλεων, μέσα από μια κοινά κληροδοτημένη εμπειρία. Είναι όμως και η αφήγηση για μια πόλη ενηλικίωσης στις μεταπολεμικές δεκαετίες μέσα από τη διαδικασία αυτοσυνειδησίας απέναντι στον βιολογικό και τον ιστορικό χρόνο. Συνομιλώ, επίσης, με τις γενιές που πέρασαν και αφήνω ένα κείμενο για τις γενιές που θα έρθουν μέσα από μία καταβύθιση στο σώμα μνήμης της Αθήνας. Κτίρια, κατεδαφίσεις, κύκλοι επάλληλοι στη διαμόρφωση της πόλης, τελετές απωλείας και τελετουργικά αναγέννησης, φωτογράφοι – ανατόμοι της πόλης, βιβλιοπωλεία-κιβωτοί, σινεμά και ο κόσμος της φαντασίας. Η Αθήνα που προκύπτει μέσα από το βιβλίο κυλάει σαν ένα ποτάμι πέρα από τις τομές του χρόνου σαν μια υβριδική στρωματογραφία.

3. Γράφτηκε κατά τη διάρκεια του lockdown;

Πράγματι, το μεγαλύτερο κομμάτι του βιβλίου γράφτηκε στη διάρκεια της πρώτης καραντίνας, την άνοιξη του 2020. Ηταν για μένα μια άσκηση πειθαρχίας αλλά και μια διαφυγή προς τη δημιουργία σε ένα χρόνο που έμοιαζε στατικός. Μου έδωσε χαρά και ικανοποίηση η καθημερινή συνάντηση με το χειρόγραφο, ήταν μια διαδικασία αναγκαία και εν τέλει λυτρωτική.

4. Διαβάζοντας το βιβλίο, κατάλαβα ότι θέλετε να δώσετε μια καινούργια κατεύθυνση στην εξιστόρηση  των γειτονιών της Αθήνας. Πώς προέκυψε αυτή η αλλαγή;

Τα τελευταία χρόνια επικεντρώνομαι στην αποκρυπτογράφηση της αθηναϊκής συνοικίας συνομιλώντας εμμέσως με τις γενεές. Με ενδιαφέρει εξ ίσου το βίωμα της στιγμής μέσα από μια φαινομενολογική εντύπωση όσο και η παλινδρόμηση στον χρόνο και η προβολή του παρελθόντος στο παρόν και του παρόντος στο μέλλον. Μέσα από αυτή την ακτινογραφία, μια περιπλάνηση προσφέρεται ως μια σύνθετη εμπειρία με πολλές παραμέτρους. Αυτήν την προσέγγιση στον χρόνο και στο ανάγλυφο της αστικής μνήμης, επιχείρησα να την καταστήσω κεντρική σε αυτό το νέο βιβλίο. Η απώτερη φιλοδοξία μου ήταν να μιλήσω για όλα όσα εκφράζουν την αθηναϊκή συνθήκη σύμφωνα με την υποκειμενική μου θεώρηση. Η σταδιακή ανακάλυψη και συνομιλία με την ιδέα του άστεως είναι κάτι που διαρκώς με συνεγείρει.

5. Υπάρχει κάποιο μήνυμα που θέλετε να περάσετε μέσα από το βιβλίο σας;

Με ενδιαφέρει να καλλιεργηθεί η πεποίθηση πως η Αθήνα δεν αντέχει στερεότυπες αναγνώσεις. Όσο περισσότερο περπατάω στην πόλη τόσο περισσότερο αντιλαμβάνομαι τις πολλές στρώσεις της πόλης, την υβριδική συνύπαρξη και τη διαρκή μεταβολή. Η μνήμη της πόλης μπορεί να γίνει κίνητρο για την πόλη του αύριο.

Κριτική βιβλίου: Don DeLillo – Η σιωπή, μετάφραση: Ζωή Μπέλλα – Αρμάου, Εκδόσεις Gutenberg, 2020.



Τελικά, πολλοί συγγραφείς αποδεικνύονται προφητικοί. Ένας από τους καλύτερους αμερικανούς συγγραφείς αυτή τη στιγμή, ο Don DeLillo κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες το καινούργιο του διήγημα με τον λιτό τίτλο «Η σιωπή». Είχε ξεκινήσει να το γράφει το 2018 και το ολοκλήρωσε λίγες μέρες πριν η επιδημία του ιού Covid λάβει τις γνωστές εφιαλτικές διαστάσεις στις ΗΠΑ. Η ιστορία τοποθετημένη το 2020 αυτή τη φορά, ο DeLillo καταπιάνεται με το θέμα των ανθρωπίνων σχέσεων και την εξάρτησή μας από την τεχνολογία. Οι πέντε καθημερινοί ήρωες του σύντομου μυθιστορήματος, απασχολημένοι στις μικρές τους συνήθειες, αιφνιδιάζονται, όταν το ηλεκτρικό ρεύμα κόβεται ξαφνικά. Όλοι αναρωτιούνται τι πραγματικά συνέβη και πότε θα λήξει όλο αυτό και το πιο σημαντικό πώς θα επιστρέψουν στην κανονικότητα. Η σιωπή εγκαθίσταται πλέον στις πόλεις, αφού ερημώνουν οι δρόμοι, θυμίζοντας πάρα πολύ τη φετινή πραγματικότητα της καραντίνας. Ο DeLillo βραβευμένος από τη δεκαετία του 1980 με το σημαντικότερο λογοτεχνικό βραβείο της χώρας του, το National Book Award, έγραψε το πρώτο διήγημα σε ηλικία 24 ετών το 1966, όταν τα αγαθά του αμερικάνικου καπιταλισμού αποκτούσαν σταδιακά πολιτιστική σημασία. Ως αποτέλεσμα, ο λόγος του έχει σημαντική βαρύτητα, αφού το επίκεντρο του συγγραφικού του έργου είναι η κριτική των εκάστοτε κοινωνικών ηθών, ανιχνεύοντας πάντα την αντίληψη των συμπατριωτών του για τον κόσμο. Μυθιστόρημα με πολιτικές αποχρώσεις, το οποίο δεν αφήνει κανέναν ασυγκίνητο.   

Η παρουσίαση του βιβλίου είναι δημοσιευμένη στο περιοδικό YELLOWBOX που κυκλοφορεί στα περίπτερα.

Συνέντευξη: Τεύκρος Μιχαηλίδης

Ο Τεύκρος Μιχαηλίδης γεννήθηκε το 1954 στην Αθήνα. Είναι διδάκτωρ μαθηματικών του Πανεπιστημίου Pierre et Marie Curie. Από το 1981 διδάσκει μαθηματικά στη Μέση Εκπαίδευση. Έχει δημοσιεύσει άρθρα και μελέτες σχετικά΄ με τη διδακτική των μαθηματικών, την εισαγωγή της πληροφορικής στην εκπαίδευση και τη χρήση της αφήγησης και της ιστορίας στη διδασκαλία των μαθηματικών. Έχει μεταφράσει από τα αγγλικά και τα γαλλικά 28 βιβλία, λογοτεχνικά και επιστημονικά, σχετικά με τα μαθηματικά και την ιστορία των επιστημών. Είναι ιδρυτικό μέλος της ομάδας Θαλής + φίλοι και της ΕΛΣΑΛ. Το τελευταίο βιβλίο του «Φονικό στη Μεγάλη Εκκλησία» (Εκδόσεις Πόλις) ήταν κατά τη γνώμη μου ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα της ελληνικής πεζογραφίας για το 2019.

  1. Πότε νοιώσατε για πρώτη φορά ανάγκη να εκφραστείτε μέσα από το γράψιμο;

Νομίζω ότι η ανάγκη να εκφράζομαι γραπτά με συνοδεύει από τα παιδικά μου χρόνια. Στο σχολείο μου άρεσε πολύ το μάθημα της έκθεσης, παρόλο που η θεματολογία του σχολικού προγράμματος ήταν κοινότοπη και δεν είχε καμιά σχέση με τα ενδιαφέροντα και τις έγνοιες μου. Ελκυστική ήταν για μένα και η προφορική αφήγηση. Στα φοιτητικά μου χρόνια συχνά οι ταβερνισμοί και οι βεγγέρες της παρέας διανθίζονταν με δικές μου μυθοπλασίες της στιγμής. Φαίνεται πως οι ιστορίες μου δεν ήταν και τόσο δυσάρεστες αφού οι φίλοι μου συνέχισαν να με δέχονται στη συντροφιά, παρά τις αφηγήσεις μου… Αργότερα, ως εκπαιδευτικός, φρόντιζα πάντα να διανθίζω το μάθημά μου με κάποια σχετική με αυτό ιστορία, κάτι που σε πολύ κόσμο ακούγεται παράξενο, αν λάβουμε υπόψη μας ότι διδάσκω μαθηματικά. Οι ιστορίες μου βρήκαν τη θέση τους και στα σχολικά βιβλία που έγραψα κατά τη δεκαετία του 1990. Δεν ήταν λοιπόν τόσο η ανάγκη να εκφραστώ μέσα από το γράψιμο που μου έλειπε, όσο η ευκαιρία. Έτσι όταν, στις αρχές της νέας χιλιετίας, μου δόθηκε αυτή η ευκαιρία, έσπευσα να την αρπάξω. Ήταν η εποχή που, χάρη στα έργα του Denis Guedj, του Ian Stewart, του Simon Singh και πολλών ακόμα εκλεκτών συγγραφέων, η μαθηματική εκλαΐκευση ήρθε στο προσκήνιο κι έγινε κατά κάποιον τρόπο «της μόδας». Οι εκδόσεις Πόλις μου ανέθεσαν να μεταφράσω το βιβλίο του αείμνηστου Denis Guedj, «Το θεώρημα του παπαγάλου». Ακολούθησαν αρκετές μεταφράσεις «μαθηματικότροπων» έργων που είχαν όλα τους μεγάλη επιτυχία. Ύστερα από αυτό,  αρκετά έντυπα μου ζήτησαν να γράψω κείμενα που να συνδέουν τα μαθηματικά με την καθημερινότητα· κάπως έτσι ξεκίνησε η «επίσημη» συγγραφική μου διαδρομή. Το 2003 η εφημερίδα Τα Νέα μου παραχώρησε μια εβδομαδιαία στήλη για να σχολιάζω την τρέχουσα επικαιρότητα μέσα από το μάτι του μαθηματικού. Μέσα από αυτήν γεννήθηκε το πρώτο μη σχολικό μου βιβλίο με τίτλο «Μαθηματικά Επίκαιρα: συνειρμοί διαβάζοντας την εφημερίδα».

2. Ποια ήταν τα πρώτα βιβλία που διαβάσατε;

Από την προσχολική μου ηλικία θυμάμαι ένα βιβλίο με τίτλο «Ο Τοτός και το αραπάκι». (Γελάω όσο σκέφτομαι ότι σήμερα η λεγόμενη «πολιτική ορθότητα», το αποκορύφωμα δηλαδή της υποκρισίας, θα θεωρούσε τον τίτλο του βιβλίου κατακριτέο). Στα μαθητικά μου χρόνια διάβασα όλα τα έργα του Ιουλίου Βερν, του Αλέξανδρου Δουμά, του Καρόλου Ντίκενς – σε παιδικές εκδόσεις κάτι που, ευτυχώς, δεν με εμπόδισε να διαβάσω αργότερα και τις πλήρεις εκδόσεις και να συνειδητοποιήσω τι θα έχανα αν δεν τις είχα διαβάσει. Το πρώτο βιβλίο «για ενηλίκους» που διάβασα – θα ήμουν 12-13 χρονών – ήταν το «Ουδεν νεότερον από το δυτικό μέτωπο» του Έριχ Μαρία Ρεμάρκ. Στο σπίτι μου έβρισκες βιβλία παντού· οι γονείς μου απέφευγαν να μου συστήσουν βιβλία, με άφηνα  να διαλέγω μόνος μου, ήταν όμως πάντοτε πρόθυμοι να συζητήσουν μαζί μου γι’ αυτά, όποτε εγώ το ζητούσα.

3. Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;

Λατρεύω τον Mika Waltari, τον μαιτρ του ιστορικού μυθιστορήματος. Απολαμβάνω την Jane Austen και την ικανότητά της να χτίζει αριστουργήματα γύρω από τετριμμένες, κοινότοπες ιστορίες. Μέσα από το έργο της, ο άψογος χειρισμός της γλώσσας, η διακριτική και συνάμα αιχμηρή χρήση του χιούμορ, η ατμοσφαιρικότητα, αναδεικνύονται ως συστατικά της καλής λογοτεχνίας, εξίσου σημαντικά με την πλοκή. Διατηρώ μια πολύ καλή ανάμνηση από το έργο του Στρατή Τσίρκα και νιώθω την ανάγκη να το ξαναδιαβάσω, μισό αιώνα μετά την πρώτη ανάγνωση. Τα ιστορικά μυθιστορήματα της Αθηνάς Κακούρη έχουν επίσης ξεχωριστή θέση στις προτιμήσεις μου.

4. Ο αγαπημένος λογοτεχνικός ήρωας;

Ο Florent, κεντρικός ήρωας στο Le ventre de Paris του Emile Zola. Είναι ένας ήρωας που ζει το μύθο και την ουτοπία του, και πορεύεται μόνος σ’ ένα κόσμο τον οποίο θέλει να αλλάξει ενώ είναι φανερό ότι δεν τον κατανοεί.

5. Ποιο βιβλίο θεωρείτε ως αριστούργημα;

Σε αρκετά βιβλία θα μπορούσα να δώσω αυτό τον τίτλο. Ίσως το «Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν» της Betty Smith τον δικαιούται λίγο περισσότερο από τα άλλα.

6. Καθοριστικότερο ρόλο στη συγγραφή πιστεύετε ότι παίζουν οι επιρροές ή η έμπνευση;

Δεν νομίζω ότι η έμπνευση είναι ανεξάρτητη από τις επιρροές. Κάποια στιγμή σου έρχεται η διάθεση να γράψεις κάτι, συλλαμβάνεις τον πυρήνα, θέτεις τους στόχους σου κι όταν δεις το έργο σου τυπωμένο ανακαλύπτεις ότι έχει επηρεαστεί από πράγματα που δεν τα φανταζόσουν καν όταν το έγραφες. Ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι όταν κάποιος άλλος επισημαίνει στο έργο σου μια επιρροή που δεν την υποπτευόσουν καν. Αν κρίνεις ότι έχει άδικο, το πράγμα είναι ανώδυνο. Αν όμως έχει δίκιο, σε πιάνει και μια τύψη, «πώς στην ευχή μου ξέφυγε αυτό; Αν το ήξερα, μήπως θα το είχα εκμεταλλευτεί καλύτερα;».

7. Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι ζούν πολλές ζωές μέσα από τη λογοτεχνία;

Νομίζω ότι αυτός είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο γράφουμε και διαβάζουμε λογοτεχνία. Μια ζωή δεν είναι αρκετή. Ένα καλό ανάγνωσμα μας δίνει την ευκαιρία να ζήσουμε μια ακόμη ζωή. Κι όταν το κείμενο είναι δικό μας έχουμε τη δυνατότητα να προσαρμόσουμε αυτή την άλλη ζωή στα γούστα μας, συχνά για να ζήσουμε κάτι που θα είχαμε την περιέργεια να το ζήσουμε αλλά δεν θα θέλαμε στ’ αλήθεια να το βιώσουμε.

8. Πότε αυτό που κάνουμε για το κέφι μας γίνεται δουλειά;

Ευτύχησα όλες οι δουλειές που κάνω να είναι επίσης και χόμπι μου. Σκέφτομαι συχνά ότι αν ήμουν οικονομικά ανεξάρτητος και έπρεπε απλώς να επιλέξω ασχολίες για να περνώ την ώρα μου θα έκανα τα ίδια περίπου πράγματα που κάνω και τώρα. Συνεπώς είμαι μάλλον ακατάλληλος για να απαντήσω αξιόπιστα σε αυτό το ερώτημα.

9. Υπάρχουν βιβλία στη βιβλιοθήκη σας στα οποία αρέσει να ξαναδιαβάζετε κάθε τόσο;

Συχνά όταν είμαι κουρασμένος ή στενοχωρημένος και δεν έχω διάθεση για νέες περιπέτειες καταφεύγω στους παλιούς μου φίλους για να με ξεκουράσουν. «Ο κόμης Μοντεχρήστος» του Δουμά, η «Υπερηφάνεια και προκατάληψη» της Jane Austen, «Η ιδιαιτέρα» της Ελιάνας Χουρμουζιάδου, οι Άνεμοι πολέμου του Herman Wouk, Η πλωτή πόλη της Μάρως Δούκα, «Το κρυφό ημερολόγιο του Άντριαν Μολ» της Sue Townsend έχουν επανειλημμένα περάσει από το προσκεφάλι και την πολυθρόνα μου και τα σκέφτομαι πάντοτε με ευγνωμοσύνη.

10. Τι διαβάζετε αυτή τη περίοδο;

Βρίσκομαι στη μέση του γραψίματος ενός νέου βιβλίου που απαιτεί βαριά βιβλιογραφική έρευνα και τεκμηρίωση. Δεν  έχω λοιπόν χρόνο για νέες γνωριμίες. Έτσι τις ελάχιστες στιγμές της χαλάρωσης επισκέπτομαι ξανά τους παλιούς μου φίλους. Πάντως το τελευταίο βιβλίο που διάβασα, φέτος το καλοκαίρι, ήταν το «Τίποτα δεν χάνεται» της Cloe Mehdi.

Συνέντευξη: Έλενα Χουσνή

Η συγγραφέας Έλενα Χουσνή μόλις κυκλοφόρησε το καινούργιο της μυθιστόρημα. Το βιβλίο της ¨»Παγωμένο νερό» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κύφαντα. Η κα Χουσνή αποτελεί μέλος της Ελληνικής Λέσχης Αστυνομικής Λογοτεχνίας (ΕΛΣΑΛ).




 1. Πείτε μας λίγα λόγια για το καινούργιο σας μυθιστόρημα.
Το «Παγωμένο Νερό» είναι μια νουβέλα. Είναι η πρώτη φορά που δοκιμάζω τις δυνάμεις μου στην μικρή φόρμα, εξαιρουμένων κάποιων διηγημάτων που κατά καιρούς έχω γράψει. Ο «σπόρος» βρίσκεται στα λυκειακά ακόμη χρόνια μου, όταν κυριολεκτικά  ερωτεύτηκα το κείμενο της «Αντιγόνης», της τραγωδίας του Σοφοκλή. Τα πολλά ερωτήματα που η Αντιγόνη θέτει – πάντα επίκαιρη ως ηρωίδα, πάντα σημαντική ως άνθρωπος που βιώνει ένα βασανιστικό δίλημμα – παρέμειναν ενεργά στο μυαλό μου και ήρθε η ώρα να μεταφερθούν σε ένα κείμενο όπου το μεγάλο ερώτημα για το τί είναι δίκαιο επιμένει, το σκηνικό είναι βέβαια διαφορετικό και οι δύο βασικές ηρωίδες σε δύο παράλληλους μονολόγους βιώνουν η κάθε μία το δικό της προσωπικό δράμα. Για να γίνουν οι δύο μονόλογοι, στο τέλος, ένας διάλογος, ελλειπτικός, ένας διάλογος αγάπης ανεκδήλωτης αλλά και κάθαρσης. Επίσης, να πω, ότι δεν πρόκειται για μια αστυνομική ιστορία…


2. Πώς νιώθετε τώρα που το ολοκληρώσατε;
Όταν τελειώνει μια ιστορία, νιώθω πάντα μια χαρμολύπη. Χαρά που έφτασε στο τέλος της, που ολοκληρώθηκε, στο βαθμό που μπορείς να το πεις αυτό για μια ιστορία. Αλλά και λύπη γιατί ένα κομμάτι από την ζωή σου, βυθίζεται στην ανυπαρξία έτσι ξαφνικά. Και μένεις για λίγο μετέωρος, σαν να μην μπορείς να κάνεις ούτε βήμα μπρος αλλά να μην θες και να πας πίσω. Σε αυτές τις στιγμές παρ`όλο που τις περιμένεις και ξέρεις ότι θα έρθουν κάθε φορά, με έναν περίεργο τρόπο επιτρέπεις να σε καθηλώνουν. Κάθε φορά.


  3. Η ιστορία του βιβλίου βασίζεται σε αληθινό περιστατικό;
Όχι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα στο «Παγωμένο Νερό». Σίγουρα υπάρχουν σκέψεις χρόνων, που απλά τώρα γίνονται οι σκέψεις των δύο ηρωίδων. Αυτό δεν συμβαίνει όμως πάντα; Νομίζω ότι δεν αποφεύγει κανένας συγγραφέας να βάλει τις δικές του σκέψεις στα χείλη των ηρώων του. Προφανώς όχι άναρχα και χωρίς λόγο, αλλά πλεγμένες με την ζωή τους, τα δρώμενα της ιστορίας, το σκηνικό της κάθε πράξης. Είναι σαν ένα γιγαντιαίο παζλ στο οποίο όμως κάποια κομμάτια πάντα περισσεύουν στο τέλος. Είναι τα «λίπη», τα περιττά. Και η τέχνη της αφαίρεσης απαιτεί μεγάλο κόπο και, κυρίως, μεγάλη μάχη με την όποια ματαιοδοξία που είναι ο χειρότερος εχθρός σου όταν έρθει η ώρα να ξαναδείς την ιστορία από την αρχή.  Εκεί όμως  δίνεται η πιο σημαντική μάχη τελικά!


 4. Περιέχει και στοιχεία από τη δική σας πραγματικότητα;
Περιέχει στοιχεία από την πραγματικότητά μου, με την έννοια που σας είπα πριν. Σκέψεις, ίσως και απόψεις. Η ιδεολογία, η στάση ζωής, οι πεποιθήσεις σου είναι πολύ δύσκολο να μείνουν έξω από τα γραπτά σου. Σχεδόν αδύνατο. Το ζήτημα είναι να μπορείς να σταθείς όσο πιο μακριά γίνεται και να αμφισβητήσεις τον ίδιο σου τον εαυτό για να μην παγιδευτείς στην απολυτότητα η οποία, διαφορετικά, θα μολύνει και τους ήρωές σου. Και στο τέλος, θα μολύνει και την ίδια την ιστορία που θέλεις να αφηγηθείς.


5. Υπήρξαν καθόλου μέρη που δεν τα εντάξατε τελικά στην πλοκή του μυθιστορήματος και τα κλειδώσατε στα συρτάρια ή χρησιμοποιήσατε όλα τα προσχέδια;
Δεν γράφω ποτέ με προσχέδιο. Όσες φορές το δοκίμασα, το εγκατέλειψα στις πρώτες σελίδες. Είμαι της αυτόματης γραφής. Υπάρχει μια ιδέα που όταν επιμένει να έρχεται στο μυαλό μου, και μάλιστα εμπλουτισμένη κάθε φορά, τότε ξέρω, νιώθω ότι πλησιάζει η στιγμή που θα καθίσω μπροστά στον υπολογιστή. Και όταν καθίσω δεν υπάρχει επιστροφή. Θα τελειώσω την ιστορία, σχεδόν ασθματικά, και έπειτα θα την «κλειδώσω», θα την αφήσω να ανασάνει και θα επανέλθω, συνήθως μετά από 2-3 μήνες. Σε εκείνο το στάδιο, ναι, θα γίνει γενναία περικοπή. Τα μέρη που θα φύγουν σπανίως θα τα χρησιμοποιήσω κάπου αλλού. Θα πάνε στο καλάθι αχρήστων και θα παραμείνουν εκεί.


6. Το ζητούμενο για σας ήταν να διηγηθείτε μια συναρπαστική ιστορία ή θέλετε να πείτε και κάτι ακόμη; Ποιος ήταν ο στόχος σας αυτή τη φορά;
Ο πρώτος και βασικός στόχος είναι πάντα να διηγηθείς μια ιστορία που να είναι ενδιαφέρουσα. Δεν ξέρω αν θα χρησιμοποιούσα τον όρο συναρπαστική με την έννοια ότι εμπεριέχει ένα στοιχείο έντονης δράσης που δεν υπάρχει πάντα. Εννοώ ότι η δράση μπορεί να είναι εσωτερική, βραδυφλεγής, καμιά φορά σχεδόν αδιόρατη. Γίνεται συναρπαστική όταν πυροδοτεί συμπεριφορές ή καταστάσεις απρόβλεπτες. Αλλά σε κάθε περίπτωση εκείνο που θα ήθελα στις ιστορίες που αφηγούμαι είναι να έχουν έναν νόημα για τον αναγνώστη. Να τον πηγαίνουν κάπου. Σε σκέψεις. Σε εγκεφαλικά μονοπάτια που άλλοτε μπορεί να αναγνωρίζει ως δικά του, άλλοτε ως καινούρια και άλλοτε ως αυτά που ήθελε πάντα να αποφύγει. Κι αυτό στοίχημα είναι. Να μην τα αποφύγεις…


  7. Κυρίαρχες στον επίλογο ενός μυθιστορήματος είναι οι ερωτήσεις ή οι απαντήσεις;
Νομίζω ότι πίσω από την αφήγηση κάθε ιστορίας, υπάρχει ένα ερώτημα, μια έγνοια, καμιά φορά μια «φρεναπάτη» του συγγραφέα με ένα θέμα, έναν ήρωα, μια πράξη ή μια κατηγορία πράξεων ή κάτι άλλο. Υπάρχει ένα «μαράζι» δηλαδή. Η λογοτεχνία βέβαια δεν καλείται ούτε να θέτει, ούτε να απαντά σε ερωτήματα. Να φωτίζει ίσως κάποιες πλευρές των μεγάλων ερωτημάτων της ζωής, όσο αυτά μπορούν να συμπυκνωθούν σε μια ιστορία. Στον επίλογο, τώρα, άλλοτε ο αναγνώστης νιώθει ότι έχουν απαντηθεί τα ερωτήματά του και άλλοτε ότι έχουν πολλαπλασιαστεί. Δεν υπάρχει σωστό και λάθος σε αυτό. Μόνο η πρόθεση του συγγραφέα, εκφρασμένη μέσα από την ίδια την ιστορία του και κυρίως από τις πράξεις των ηρώων του. Και κυρίως το τι θέλουν οι ήρωες να κάνουν. Να λυτρωθούν, να επαναλάβουν τα λάθη τους, να δικαιωθούν, να καθαρθούν. Όλα είναι ανοιχτά, όπως σε κάθε παιχνίδι που σέβεται τον εαυτό του….


8. Μπορεί τελικά η λογοτεχνία να λάβει κοινωνιολογικές προεκτάσεις;
Μπορεί αλλά δεν «πρέπει». Εννοώ ότι θα πρέπει να αποφύγει τον καταναγκασμό της ενασχόλησης. Διαφορετικά θα γίνει κακώς εννοούμενη στρατευμένη τέχνη. Και η τέχνη αν κάτι οφείλει να προασπίζεται με κάθε τρόπο είναι η απόλυτη ελευθερία.  


9. Τι πιστεύετε ότι χάνει ένας αναγνώστης που δεν διαβάζει αστυνομικά μυθιστορήματα;
Πρώτα απ` όλα την αναμέτρηση με τον σκοτεινό εαυτό του. Όλοι έχουμε έναν τέτοιο που έχουμε καταχωνιάσει στα υπόγειά μας και τρέμουμε μήπως ξεμυτίσει. Τον ξορκίζουμε και ευχόμαστε τα ξόρκια μας να πιάσουν για πάντα. Αλλά αυτό είναι σχεδόν απίθανο. Την σκοτεινιά της ψυχής κανένας δεν την αποφεύγει τελικά. Το ζήτημα είναι να μάθεις να μην την φοβάσαι. Κατά δεύτερον χάνει ένα όμορφο ταξίδι στο οποίο το μυαλό του θα ενεργοποιείται και θα απασφαλίζει σαν την πιο επικίνδυνη χειροβομβίδα και αυτό σε κρατά σε μια διέγερση τρομακτικά ενδιαφέρουσα. Και τέλος νομίζω ότι θα χάσει την ευκαιρία να βιώσει την κάθαρση, παρούσα στην συντριπτική πλειοψηφία των αστυνομικών μυθιστορημάτων. Μια κάθαρση που  συχνά στην ζωή δεν προκύπτει και το να την συναντάς έστω και σε ένα βιβλίο είναι ψυχοθεραπευτικό.


 10. Πώς νιώθετε μετά από τόσα χρόνια σ’ αυτή τη δουλειά;
Δεν μπορώ να χαρακτηρίσω την συγγραφή δουλειά. Δεν βιοπορίζομαι από αυτό, νομίζω είναι ελάχιστοι αυτοί που τα έχουν καταφέρει. Αντιμετωπίζω την συγγραφή με δέος, με αυταπάρνηση και με «επαγγελματισμό» με την έννοια ότι προσπαθώ για το καλύτερο. Αλλά δεν είναι αυτοσκοπός. Αν νιώσω ότι δεν έχω κάτι να πω, θα σωπάσω. Ή θα θάψω τις ιστορίες μου. Το έχω κάνει πολλές φορές. Και έχει γεμίσει το οστεοφυλάκιο των αδιάβαστων ιστοριών μου που καλώς, πολύ καλώς, θάφτηκαν γιατί δεν ήταν αρκετά έντιμες και δεν σεβάστηκαν τον δυνητικό αναγνώστη τους.

Σας ευχαριστώ πολύ!

Κριτική βιβλίου: Αντόνιο Μορέσκο – Το τραγούδι των δέντρων, μετάφραση: Μαρία Φραγκούλη, εκδόσεις Καστανιώτη, 2020.




Ένα μόλις χρόνο μετά τη κυκλοφορία του αριστουργηματικού μυθιστορήματος «Το φωτάκι», ο Ιταλός συγγραφέας Αντόνιο Μορέσκο ολοκλήρωσε κατά τη διάρκεια της καραντίνας για τον Covid – 19 το καινούργιο του βιβλίο. Αυτή τη φορά, «Το τραγούδι των δέντρων» αποτελεί ένα φιλοσοφικό, ένα βαθιά υπαρξιακό αφήγημα για την προβληματική σχέση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον και κατά επέκταση με τον εαυτό του. Αναμενόμενο, θα λέγαμε, διότι αυτό που έζησε ο συγγραφέας –και μαζί του ολόκληρη η ανθρωπότητα- τη φετινή χρονιά αποτελεί ένα πρωτόγνωρο γεγονός. Ο φονικός ιός της γρίπης έθεσε ό τι αντιλαμβανόμασταν ως κανονικότητα, υπό αμφισβήτηση. Νέοι τρόποι συμπεριφοράς και ιδέες ήρθαν να καταλάβουν τη θέση των παλιών δογμάτων. Οπότε, το πνευματικό και ηθικό κλίμα της εποχής είναι εξίσου γόνιμο σε στοχασμούς.
 
Ένας συγγραφέας εγκλωβίζεται ολομόναχος στη ιταλική πόλη Μάντοβα λόγω της ανοιξιάτικης καραντίνας. Λόγω αϋπνίας, ο ήρωας της ιστορίας κάνει καθημερινά και στα κρυφά ολονύχτιες βόλτες στην έρημη από ανθρώπους πόλη. Όμως, κατά τη διάρκεια των μοναχικών εξόδων, συνειδητοποιεί ότι στους δρόμους η νυχτερινή δραστηριότητα δεν προέρχεται αποκλειστικά από τις περιπολίες της αστυνομίας, αλλά και από τη φύση. Ο συγγραφέας έχοντας το ενδιαφέρον και τη περιέργεια ενός μικρού παιδιού, ξεκινάει μεταφυσικού επιπέδου συζητήσεις με όποιο δέντρο συναντάει στον δρόμο του. Η αποκάλυψη ήταν μεγάλη. Κάθε δέντρο, εξιστορεί τη δική του ιστορία, βασιζόμενο στις εμπειρίες του τόσο με τον χώρο μέσα στο οποίο  να αναπτύσσεται, όσο και με τους ανθρώπους. Με αυτό τον τρόπο, φωτίζεται με νόημα μια νέα δομή για το κοσμοειδώλιο, η οποία εκ πρώτης όψεως διχάζει τον πρωταγωνιστή. Μαθαίνουμε ότι τα δέντρα και γενικότερα η φύση δεν έχουν σε μεγάλη εκτίμηση τον άνθρωπο, το κυρίαρχο είδος του πλανήτη. Απορούν πώς, ενώ, έχει δημιουργήσει την ποίηση και τη μουσική, όχι μόνο δεν συμπεριφέρεται με σεβασμό και αξιοπρέπεια στα υπόλοιπα είδη που μοιράζεται τον πλανήτη, αλλά έχει καταντήσει να εχθρεύεται μονίμως τους όμοιους του. Τα δέντρα με μια ταπεινή μεγαλοπρέπεια αποκαλύπτουν στον συνομιλητή τους, ότι από την εποχή του homo sapiens συνυπήρχαν μαζί του και παρατηρούσαν κι αυτά σιωπηλά τη συνεχή εξέλιξή του. Τα δέντρα εξακολουθούν να βρίσκονται παντού, ζώντας μαζί με τους ανθρώπους, μέσα στα σπίτια τους, στους χώρους εργασίας, στις πόλεις άγρυπνοι μάρτυρες όλων των καθημερινών συμβάντων. Το σοκ του ήρωα είναι μεγάλο, γιατί του αποκαλύπτεται το μυστικό ότι όχι μόνο παρατηρούν, αλλά συνομιλούν μεταξύ τους, αφού ζούνε όλα μαζί –σπάνια συναντάς ένα μοναχικό δέντρο- και ανταλλάζουν πληροφορίες και απόψεις για τα γεγονότα της ημέρας. Το αλλόκοτο θρόισμα που ακούμε τα βράδια, υπό το φως της σελήνης είναι στην πραγματικότητα οι συζητήσεις των δέντρων. Δεν υπάρχει το κακό στη φύση, κρυμμένο ανάμεσα στα δάση και στα αλσύλλια, όπως θεωρούν οι σύγχρονοι άνθρωποι. Μόνο αγάπη και αλληλεγγύη, δύο συναισθήματα που ο άνθρωπος τείνει να ξεχάσει, μονίμως απορροφημένος στο αέναο κυνήγι της ευτυχίας του.
 
 
Όπως «Το φωτάκι», έτσι και το τωρινό μυθιστόρημα, είναι καλογραμμένο με πλούσια, εύστοχη και γλαφυρή γλώσσα με καλό ρυθμό  κειμένου. Οι χαρακτήρες των δέντρων και η σκιαγράφηση -ολοζώντανων θα έλεγα- εικόνων ξυπνούν μεν έντονα συναισθήματα στον αναγνώστη, αλλά με την υπόγεια όμως ένταση που προκαλεί η αρχαία αττική τραγωδία. Παρόλο τις φιλοσοφικές αποχρώσεις, ο συγγραφέας αφήνει με τον τρόπο του χώρο για τη δική μας συμπληρωματική συνεισφορά.  Άλλωστε, αυτό είναι και το ζητούμενο της ιστορίας, να στοχαστούμε δίχως συγκίνηση πάνω σε διάφορα ζητήματα που μας αφορούν ως είδος. Για την ποιότητα της ζωής που πραγματικά επιθυμούμε ή των καθημερινών σχέσεων με όλους με τους οποίους συσχετιζόμαστε. Το ιδιαίτερο ύφος του Μορέσκο καταφέρνει να διατηρεί ζωντανό σε σταθερή βάση το ενδιαφέρον του αναγνώστη, είτε χρησιμοποιεί μονολόγους είτε διαλόγους κατά τη διάρκεια της αφήγησης καταστάσεων, ακόμη και των πιο δυσάρεστων γεγονότων. Το πιο σημαντικό στοιχείο όμως του μυθιστορήματος είναι η υπενθύμιση των διαχρονικών μηνυμάτων της αυτογνωσίας και της αγάπης. Και για να περάσει αυτά τα συγκεκριμένα μηνύματα, ο συγγραφέας χρησιμοποιήσε με αλληγορικό τρόπο ακόμη και τον γνωστών μύθο κάποιων αρχαϊκών κοινωνιών για το ανεστραμμένο δέντρο.  
 
Ένα βιβλίο που έχει πραγματικά να προσφέρει και αξίζει τη προσοχή μας. 
 
Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στην εξαιρετική μετάφραση της Μαρίας Φραγκούλη.
                                 

Κριτική βιβλίου: Μηνάς Παπαγεωργίου – Ηλιοκεντρικό σύστημα και ζωή στο Διάστημα το 1821: Η ιδεολογική σύγκρουση Ελλήνων Διαφωτιστών και Χριστιανών Λογίων, Σειρά Lux Orbis, Εκδόσεις iWrite, 2020.




Μια άγνωστη πτυχή της προεπαναστατικής περιόδου (1774-1821) αναλύει στο τελευταίο του βιβλίο ο δημοσιογράφος και μέλος της ΕΣΗΕΑ Μηνάς Παπαγεωργίου. Όπως υποδηλώνεται στον τίτλο του βιβλίου, το «Ηλιοκεντρικό σύστημα και ζωή στο Διάστημα το 1821: Η ιδεολογική Ελλήνων Διαφωτιστών και Χριστιανών Λογίων» τοποθετείται στην χρονική περίοδο που είναι στις μέρες μας γνωστή ως «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» και εξιστορεί τον πόλεμο των πνευματικών ιδεών του επαναστατικού μοντέλου του κόσμου του Νικολάου Κοπέρνικου (1473-1543) μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης και των Ελλήνων Διαφωτιστών. Το εν λόγω βιβλίο αποδεικνύει στην πράξη τους λόγους που εφαρμόστηκαν μερικώς στον ελλαδικό χώρο οι ιδέες που άλλαξαν διαπαντός την πορεία εξέλιξης της ευρωπαϊκής διανόησης. Η ποιότητα της εκπαιδευτικής κοινότητας στα εδάφη που ελέγχονταν από το Πατριαρχείο, όχι μόνο έχασε σημαντικό έδαφος σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά είχε επιπτώσεις και κατά την περίοδο που το ελληνικό βασίλειο έκανε τα πρώτα του βήματα ως ανεξάρτητη πολιτειακή οντότητα. Ο συγγραφέας μας παρουσιάζει με μια δημοσιογραφικού τύπου έρευνα τους λόγους, αλλά και τους τρόπους που τελικά η ανώτατη ιεραρχία της Ορθόδοξης Εκκλησίας εμπόδιζε με όποιο τρόπο μπορούσε τη διάδοση όλων των ριζοσπαστικών διαφωτιστικών ιδεών στους ορθόδοξους χριστιανικούς πληθυσμούς.
 
Οι άνθρωποι που αποτέλεσαν τους Έλληνες Διαφωτιστές προέρχονταν από διάφορα κοινωνικά στρώματα, είχαν σπουδάσει όλοι τους σε φημισμένα πανεπιστήμια του εξωτερικού και όταν επέστρεψαν πίσω στα πάτρια εδάφη, υπηρέτησαν όλοι τους στην εκπαιδευτική κοινότητα, η οποία βρισκόταν υπό την προστασία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Οι τριβές με την Κωνσταντινούπολη ξεκίνησαν όταν οι Διαφωτιστές θέλησαν να προσαρμόσουν το εκπαιδευτικό πρόγραμμα και να παρουσιάσουν τις νέες επιστημονικές ιδέες και εξελίξεις που συνέβησαν στις Θετικές Επιστήμες. Οι λόγοι ήταν απλοί. Η Εκκλησία θεωρούσε ότι το ηλιοκεντρικό μοντέλο του κόσμου ήταν αιρετικό, είχε ήδη καταδικαστεί και αφοριστεί επίσημα γιατί αμφισβητούσε ανοιχτά διάφορα εδάφια των Γραφών με βάση τον ορθό λόγο.  
 
Το χριστιανικό δόγμα και των δύο Εκκλησιών αποδεχόταν εκείνη την περίοδο τη γεωκεντρική θεώρηση του Πτολεμαίου (2ος αιώνας μΧ), ο οποίος όχι μόνο πίστευε ότι η Γη είναι το κέντρο του σύμπαντος, όπως υποστήριζε εξίσου και η Παλαιά Διαθήκη, αλλά και το γεγονός ότι η ανθρώπινη ζωή είναι το αποκορύφωμα της Δημιουργίας του Θεού. Το 1543, εκδίδεται το έργο του Πολωνού ρωμαιοκαθολικού ιερέα καθεδρικού ναού και μαθηματικού Κοπέρνικου «Περί των Περιστροφικών Κινήσεων των Ουράνιων Σωμάτων». Το τελικό συμπέρασμα του Κοπέρνικου ήταν ότι οι υπολογισμοί για τις μελλοντικές θέσεις των πλανητών απλοποιούνταν αισθητά αν υποθέταμε ότι όλοι πλανήτες περιστρέφονται γύρω από τον ήλιο. Η συγκεκριμένη υπόθεση δεν ήταν άγνωστη στους κύκλους των αστρονόμων. Είχε διατυπωθεί αρχικά από τον αρχαίο Έλληνα αστρονόμο Αρίσταρχο τον Σάμιο (3ος αιώνας πΧ) και είχε υποστηριχθεί μεταγενέστερα από τους Ρωμαίους Κικέρωνα και Πλούταρχο. Η Κοπερνίκεια στροφή επιβεβαιώθηκε τόσο από τον θεολόγο και αστρονόμο Γιοχάνες Κέπλερ (1571 – 1630), όσο και από τον αστρονόμο Γαλιλαίο Γαλιλέι (1564-1642). Το νέο κοσμοειδώλιο καταδικάστηκε επίσημα από το Βατικανό το 1616 και απαγορεύτηκε η διδασκαλία του. Δεν έγινε αποδεκτή η φράση του Γαλιλαίου ότι «πρόθεση του Αγίου Πνεύματος είναι μας διδάξει πως πηγαίνει κανείς στον ουρανό και όχι πώς κινείται ο ουρανός». Την ίδια στάση κράτησε τελικά και η Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως εξιστορεί ο Παπαγεωργίου, σχεδόν 150 μετά, κι ας υπήρχαν πλέον τα αδιάσειστα στοιχεία των παρατηρήσεων του μεγαλοφυή Άγγλου μαθηματικού, φυσικού και αστρονόμου σερ Ισαάκ Νεύτωνα (1643-1727).  
 
Η παρούσα μελέτη του Παπαγεωργίου κατάφερε κάτι μοναδικό. Δεν εξιστορεί μόνο το χρονικό μια όψης των Θετικών Επιστημών. Βασιζόμενο, κυρίως, σε εκκλησιαστικά αρχεία και φιλοσοφικών βιβλίων εκείνης της περιόδου, αποδεικνύεται ότι ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός ήταν ένα συνειδητό πνευματικό κίνημα που αποσκοπούσε στην απελευθέρωση των ελληνικών πληθυσμών από την αμάθεια. Οι ανακαλύψεις των νεότερων χρόνων αποτελούσαν το έναυσμα να πολεμήσουν ενάντια στα σκοτάδια των προκαταλήψεων, της άγνοιας και της τυραννίας που είχε κληρονομήσει η οθωμανική περίοδος. Οι ιδέες του Διαφωτισμού είχαν επιβεβαιωθεί και εφαρμόζονταν πλέον σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης. Επίσης, οφείλουμε να αναφέρουμε και άλλο ένα σημαντικό στοιχείο. Ο Παπαγεωργίου ρίχνει, επίσης φως στην πλούσια παραγωγή των φιλοσοφικών έργων εκείνης της περιόδου. Διαπιστώνουμε ότι εκείνοι οι Διαφωτιστές δάσκαλοι είχαν κατανοήσει σε βάθος την αρχαία ελληνική γραμματεία και δεν αποτελούσε απλώς αντικείμενο επιλεκτικής μίμησής, όπως συνέβη κατά τη διάρκεια της ευρωπαϊκής Αναγέννησης. Θεωρούσαν ότι η ελληνική διανόηση δεν έπρεπε να μείνει πίσω στις πνευματικές και πολιτιστικές εξελίξεις. Το Πατριαρχείο είχε, όμως, διαφορετική άποψη τόσο για τις κινήσεις των πλανητών, όσο και για την ύπαρξη εξωγήινης ζωής, η οποία τελικά επικράτησε.                                          

Συνέντευξη: Λευτέρης Μπούρος

Ο συγγραφέας Λευτέρης Μπούρος έγραψε κατά την γνώμη μου το καλύτερο μυθιστόρημα αστυνομικής λογοτεχνίας για φέτος. Το πιο δυνατό στοιχείο του βιβλίου «Drifter #1: Το χέρι του νεκρού» (Εκδόσεις Bell) είναι οι καλογραμμένες περιγραφές, οι οποίες κάνουν τον αναγνώστη να νιώθει ΄ότι συμμετέχει και ο ίδιος στις σκηνές δράσης.

Για να δούμε, όμως, ποιες είναι οι ενδιαφέρουσες ιστορίες που κρύβονται πίσω από τη δημιουργία του «Drifter».




1. Πώς νιώσατε μόλις τελειώσατε το βιβλίο σας; 

Ήταν ένα πραγματικά υπέροχο συναίσθημα. Κάτι ανάμεσα σε προσμονή, ικανοποίηση και συγκίνηση.


2. Με ποιο τρόπο επιλέξατε το θέμα σας;

Ουσιαστικά, στην περίπτωση του Drifter επέλεξα να μπλέξω μέρη και εικόνες που γνώριζα πολύ καλά, με τις απαραίτητες δόσεις μυθοπλασίας. Έτσι λοιπόν η περιοχή του Ζωγράφου, τα εσωτερικά μέρη των μπαρ και τα ‘’τυχερά΄΄ παιχνίδια που γνώρισα ως φοιτητής, μπήκαν κάτω από το πρίσμα ενός πρωτότυπου αφηγητή, ανακατεύτηκαν με ενδιαφέροντες χαρακτήρες και έφτιαξαν τελικά ένα μυθιστόρημα εγκλήματος που κατά την γνώμη των – μέχρι τώρα – αναγνωστών, θα μπορούσε να βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα.
Ποια είναι τα καινούργια στοιχεία που προσφέρει το Drifter στην σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία;
Αυτό μπορεί να το απαντήσει καλύτερα κάποιος που έχει πλήρη εικόνα της σύγχρονης λογοτεχνίας. Κατά την άποψή μου και στηριζόμενος στα αναγνώσματα που έχουν πέσει στα χέρια μέχρι σήμερα, πιστεύω ότι η αφήγηση είναι πρωτότυπη και ότι το μοτίβο της ιστορίας είναι το αντιδιαμετρικά αντίθετο από τα συνηθισμένα. Στο Drifter δεν έχουμε έναν αστυνομικό/ερευνητή που ψάχνει να διαλευκάνει την υπόθεση, αλλά έναν παρακμιακό πρωταγωνιστή που βρίσκει την αστυνομία – και όχι μόνο – απέναντί του, σε ρόλο εχθρού. 
 

3. Υπάρχουν προσχέδια δικά σας, τα οποία παραμένουν κλεισμένα σε συρτάρια ή χρησιμοποιήσατε όλο το υλικό στην πλοκή του βιβλίου;

Υπάρχει όντως ένα τυπωμένο προσχέδιο στο συρτάρι μου, όμως κοιτάζοντάς το ξανά, συνειδητοποιώ ότι πρακτικά μιλάμε για ένα εντελώς διαφορετικό βιβλίο. 


4. Πιστεύετε ότι μπορούν σήμερα να υπάρξουν επαναστάσεις στον χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας; 

Πιστεύω ότι η αστυνομική λογοτεχνία είναι ένα οικοδόμημα που συνεχώς χτίζεται και βελτιώνεται. Πολλοί από τους σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς βάζουν από ένα λιθαράκι τη φορά, πετυχαίνοντας την δική τους επανάσταση.


5. Πότε νοιώσατε για πρώτη φορά ανάγκη να εκφραστείτε μέσα από το γράψιμο;

Η πρώτη φορά ήταν το καλοκαίρι του 2015, όταν και παρέδιδα την διπλωματική μου. Σε εκείνη την ενδιάμεση κατάσταση, μεταξύ φοιτητικής και ‘’ενήλικης’’ ζωής, μου συνέβη ένας τραυματισμός που με κράτησε για πολλούς μήνες άπραγο. Έτσι, ένα από τα βράδια της περιόδου αποθεραπείας μου, σηκώθηκα από το κρεβάτι, κάθισα στο γραφείο και ξεκίνησα να γράφω χωρίς να έχω ιδέα τι κάνω. Από τότε, ευτυχώς, δεν έχω σταματήσει.


6. Πιστεύετε ότι ένα βιβλίο μπορεί να αλλάξει την συμπεριφορά των ανθρώπων; 

Ναι, και μόνο προς το καλύτερο.


7. Κατά πόσο ένας συγγραφέας πρέπει να είναι μέσα στη ζωή και να ακολουθεί την εποχή του; 

Είναι σίγουρα πολύ σημαντικό: Οι κοινωνικές συνθήκες αλλάζουν από εποχή σε εποχή και ο συγγραφέας, για να είναι σε θέση να πλάσει αληθοφανείς ήρως και καταστάσεις, θα πρέπει να αφουγκράζεται τα σύγχρονα γεγονότα. Από εκεί και πέρα, εξαρτάται από το πώς χρησιμοποιούμε την λέξη «ακολουθεί», γιατί οι ευκολίες της εποχής μας (όπως η τεχνολογική εξέλιξη ή η πληθώρα κοινωνικών δικτύων) μπορεί και να εμπεριέχουν ‘’κινδύνους’’ για την δημιουργικότητα και να λειτουργούν ανασταλτικά στην σκληρή δουλειά που θα πρέπει να κάνει ο συγγραφέας.
 

8. Εσείς από παιδί αυτό ονειρευόσασταν να κάνετε στην ζωή σας; 

Όχι, από όσο θυμάμαι. Το πιο έντονο όνειρο των παιδικών μου χρόνων ήταν μάλλον κοινότοπο: Nα γίνω ποδοσφαιριστής και να σκοράρω σε τελικό Μουντιάλ. Όταν κατάλαβα ότι δεν είχα ελπίδες για αυτό το εγχείρημα, φαντάστηκα ως ιδανικό το επάγγελμα του Αρχιτέκτονα ή του Πολιτικού μηχανικού. Σήμερα, εργάζομαι ως Ηλεκτρολόγος Μηχανικός, οπότε μπορώ να πω ότι είμαι αρκετά ικανοποιημένος. Η συγγραφή προέκυψε πραγματικά από το πουθενά, σε μεγαλύτερη ηλικία.
 

9. Κυρίαρχες στη ζωή πιστεύετε ότι είναι οι ερωτήσεις ή οι απαντήσεις;   
 
Πολύ καλή ερώτηση. Χωρίς αμφιβολία, προτιμώ τις ερωτήσεις. Θεωρώ ότι αυτές είναι που κάνουν τον κόσμο να εξελίσσεται, και τον άνθρωπο να προχωράει. Στο μυαλό μου οι ερωτήσεις είναι συνώνυμες με την περιέργεια.

 
10. Ποιο είναι το ωραιότερο πράγμα που έχουν δει τα μάτια σας;

Ένα ρακένδυτο παιδί, ένα μεσημέρι καλοκαιριού. Η μητέρα του ζητιάνευε στην λεωφόρο Παπάγου, και ο μικρός ήταν λίγο μακριά της, ξυπόλητος και έπαιζε χτυπώντας τον αέρα με ένα ξύλινο κλαδί που είχε για σπαθάκι. Τον είδα, αγόρασα μια τυρόπιτα από έναν φούρνο λίγα μέτρα πιο πέρα και του την έδωσα. Δεν ξέρω αν είναι εκείνο το χαμόγελο που μου ‘σκασε το ωραιότερο πράγμα που έχω δει ποτέ, αλλά ξέρω ότι πάνε πέντε χρόνια από τότε, αλλά ακόμη το θυμάμαι ξεκάθαρα.  Επίσης ξέρω ότι ασυναίσθητα, σε μια ‘’στατική’’ σκηνή του Drifter όπου περιγράφεται ένας κεντρικός δρόμος, ο μικρός πιτσιρίκος πήρε την θέση του στο κάδρο σχεδόν φυσικά, και σκεπτόμενος σήμερα αυτό το γεγονός, αντιλαμβάνομαι ότι στο μυαλό μου η όψη του έμοιαζε με όαση σε έρημο.  

Σας ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας.

Συνέντευξη: Νικόλαος Πιτσιόρλας

Ο Νικόλαος Πιτσιόρλας είναι βιβλιοθηκον΄όμος, πρώην υπεύθυνος της δημοτικής βιβλιοθήκης στον Πολύγυρο Χαλκιδικής.


1. Πώς είναι η καθημερινότητα ενός βιβλιοθηκονόμου;

Ονειρεμένη, τουλάχιστον για μένα…πως θα ένοιωθε ο καθένας κι η καθεμιά εάν έκανε αυτό που την ψυχή του την οδηγεί σε ατελείωτες ανατάσεις; Πώς θα ήταν εάν όλοι κάναμε αυτό που αγαπάμε και κατέχουμε; Έτσι νοιώθω όπως καταλαβαίνετε… η καθημερινότητα σε αυτό το επάγγελμα που δεν το αντιμετωπίζω έτσι, αλλά ως λειτούργημα, δεν έχει μέσα της ίχνος ρουτίνας όπως μερικοί θα υποθέτουν διότι έχει μόνιμη επαφή με τα μέλη της βιβλιοθήκης και χαμογελαστά πρόσωπα αλλά και με εργασίες που απαιτούν μόνιμη εγρήγορση και φαντασία…η επιμονή κι η υπομονή είναι επίσης συνοδοιπόροι (και) σε αυτή την δουλειά.

 
2. Πόσο σημαντικός είναι, κατά τη γνώμη σας, ο ρόλος που διαδραματίζει μια δημοτική βιβλιοθήκη στη διαμόρφωση της αναγνωστικής συμπεριφοράς μιας περιοχής;

Καθοριστική… καταλυτική…μπορώ να πω βάσει της εμπειρίας μου πως είναι εκείνη ουσιαστικά που μόνον εντέλει την διαμορφώνει…άρα αντιστρέφω την ερώτηση και το θέτω σε προβληματισμό όλων μας…εάν δεν υπάρχει η δημοτική βιβλιοθήκη, ο πυρήνας της φιλαναγνωσίας κι ο πνευματικός πνεύμονας μιας τοπικής κοινωνίας, τότε θα υπάρχει αναγνωστική συμπεριφορά;

 
3.      Οφείλει μια βιβλιοθήκη να αναπτύσσει δράσεις φιλαναγνωσίας, οι οποίες θα δημιουργήσουν τις κατάλληλες συνθήκες για να προσελκύσουν νέο κοινό; 
 
Με ρωτάτε αν οφείλει; Είναι εκ των ουκ άνευ κι η απάντηση κι η ερώτηση… συγχωρήστε με…εάν δεν υπάρχουν δράσεις, προτιμώ το δραστηριότητες ως λέξη (όχι μόνον φιλαναγνωσίας) τότε για ποια βιβλιοθήκη συζητάμε; μήπως μουσειακή; Οι όποιες εκδηλώσεις και πάσης φύσεως δραστηριότητες όχι μόνον προσελκύουν νέα μέλη και ενώνουν ακόμη περισσότερο τα παλιά, συσφίγγοντας τις μεταξύ τους σχέσεις και τους προβληματισμούς, αλλά, το σημαντικότερο, επιβεβαιώνει τον ρόλο μίας βιβλιοθήκης ως του πιο ζωντανού πολιτιστικού και πολιτισμικού κυττάρου μίας πόλης, κωμόπολης.

 
4. Πρέπει μια δημοτική βιβλιοθήκη να συνεργάζεται τόσο με τα σχολεία, όσο και με ιδιωτικούς φορείς και οργανισμούς;   

Από τις πρώτες ενέργειες μου όταν υπηρετούσα ως υπεύθυνος βιβλιοθήκης ήταν η μόνιμη συνεργασία μου με την εκπαιδευτική κοινότητα και με όλους τους φορείς της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στο νομό μας…σχολικές μονάδες πραγματοποίησαν δράσεις τους κι εργασίες τους στον χώρο της βιβλιοθήκης και με θέμα τη βιβλιοθήκη…για να αναφέρω ένα από τα πολλά που έγιναν και πρέπει κατά την γνώμη μου να γίνονται επί μονίμου βάσεως…σχολείο και βιβλιοθήκη και συνεργάζονται κι συνυπάρχουν και αλληλοβοηθούνται.
 

5. Πώς κρίνετε το μέλλον της δημοτικής βιβλιοθήκης, τώρα που έχει εισχωρήσει η τεχνολογία στη καθημερινότητα μας;  

Ξεκαθαρίζω…η τεχνολογία είναι εργαλείο…κι ως γνωστόν τα εργαλεία κάνουν και καλό και κακό… εάν η τεχνολογία εναρμονίζεται με το πνεύμα και τις καταστατικές αρχές μίας βιβλιοθήκης είναι υπερόπλο…εάν όμως γίνει αυτοσκοπός τότε… κοιτάξτε, βιβλιοθήκη ίσον πρόσωπο… είτε αυτό είναι ο Βιβλιοθηκονόμος είτε αυτό είναι τα μέλη της, οι φίλοι της…χωρίς αυτούς στο κάτω δεν υπάρχει βιβλιοθήκη…ενώ χωρίς τεχνολογία μια χαρά υπάρχει…
 

Σας ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας.

Συνέντευξη: Ανδρέας Χ. Μήλιος

Ο Ανδρέας Μήλιος είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης. Σπούδασε πολιτικές και οικονομικές επιστήμες στην Αθήνα και τη Φρανκφούρτη.

  1. Σε μια εποχή που όλα αλλάζουν, πόσο επίκαιρος είναι ο αρχαίος ελληνικός κόσμος;

Το αξιακό υπόβαθρο της αθηναϊκής δημοκρατίας ασκεί διαχρονική επιρροή στην οργάνωση και λειτουργία των σύγχρονων κρατών δικαίου από την εποχή που δημιουργήθηκαν, τον 18ο αιώνα. Λειτούργησε ως καθοδηγητικός φάρος στην επιτυχημένη έκβαση της αμερικανικής και της γαλλικής επανάστασης, ενώ επηρέασε καθοριστικά και τις ιδέες του διαφωτισμού. Επιπλέον, υπήρξε ο πολιορκητικός κριός για την κατάργηση της μοναρχίας στη Γαλλία, το γκρέμισμα της φεουδαρχίας στην Ευρώπη και πρότυπο για την πολιτειακή οργάνωση των κρατών της Δύσης, αφού οι αρχές της ελευθερίας, της ισονομίας, της ισοπολιτείας, της δικαιοσύνης και της κοινωνικής αλληλεγγύης είναι σήμερα βαθιά ριζωμένες στα Συντάγματα όλων των δυτικών φιλελεύθερων δημοκρατιών. Το θέμα παραμένει επίκαιρο επειδή η σημερινή αστική φιλελεύθερη δημοκρατία αποδεικνύεται ανήμπορη να εξαλείψει τα βασικά δομικά προβλήματα που σχετίζονται με τη νομή και τη διαχείριση της εξουσίας και ανέτοιμη να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις νέες προκλήσεις που αναδύονται  με την ανατολή της νέας χιλιετίας.  Η εξουσία χρησιμοποιείται  «ως όργανο κυριαρχίας» και «μηχανισμός νομιμότητας» από τα πολιτικά κόμματα και τις οικονομικές ελίτ, χωρίς να διαχέεται στα πραγματικά υποκείμενα του πολιτεύματος, τους απλούς πολίτες,  επισημαίνει η M. Revaullt d’ Allones.

Τα διδάγματα από την άμεση δημοκρατία είναι σήμερα ιδιαίτερα επίκαιρα, διότι απειλούνται τα βασικά προτάγματα της λαϊκής κυριαρχίας που είναι η ευρεία συμμετοχή των πολιτών στα κοινά, ο έλεγχος και η δυνατότητα ανάκλησης  των αιρετών, η απο-επαγγελματοποίηση της πολιτικής, η ουσιαστική διάκριση των τριών εξουσιών και  η διαφάνεια. Τα διδάγματα της  αθηναϊκής δημοκρατίας είναι στις μέρες μας επιπλέον χρήσιμα εξαιτίας της επίδρασης που ασκούν στη λειτουργία της σύγχρονης δημοκρατίας η παγκοσμιοποίηση, ο άκρατος χρηματιστηριακός φιλελευθερισμός, ο εθνολαϊκισμός και ο διεθνικός εμπορικός δεσποτισμός.   Το 2007 κυκλοφορήσατε το βιβλίο «Πόλις και πολίτης στην αρχαία Ελλάδα». Δέκα χρόνια μετά, επανέρχεστε στον αρχαίο κόσμο με το βιβλίο «Αρχαία και σύγχρονη δημοκρατία». Ποια ήταν η αφορμή για να επιστρέψετε στον αρχαίο κόσμο;

2. Το 2007 κυκλοφορήσατε το βιβλίο «Πόλις και πολίτης στην αρχαία Ελλάδα». Δέκα χρόνια μετά, επανέρχεστε στον αρχαίο κόσμο με το βιβλίο «Αρχαία και σύγχρονη δημοκρατία». Ποια ήταν η αφορμή για να επιστρέψετε στον αρχαίο κόσμο;

Η ενασχόλησή μου με την αθηναϊκή δημοκρατία άρχισε το 1980 με τη  συγγραφή της διδακτορικής μου διατριβής στο πανεπιστήμιο J.W. Goethe της Φρανκφούρτης, με θέμα την « Πολιτική συμμετοχή στα κοινά την εποχή του Περικλή» (δημοσιεύθηκε στα γερμανικά το 1985) και συνεχίσθηκε το 2000 με τη συμμετοχή μου στο εγχειρίδιο του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, με θέμα την «Ιδιότητα του πολίτη στην αρχαία Ελλάδα» και την έκδοση του βιβλίου «Πόλις και Πολίτης στην αρχαία Ελλάδα» (2007). Το «Αρχαία και σύγχρονη δημοκρατία-Διδάγματα από την αρχαία» αποτελεί το απαύγασμα των γνώσεών μου στο σχετικό γνωστικό αντικείμενο που προκύπτει από  την επιστημονική μου ενασχόληση με αυτό, για  τέσσερις δεκαετίες. Στο βιβλίο ενσωματώθηκαν, επίσης, όλες οι πρωτότυπες επιστημονικές εργασίες μου που δημοσιεύθηκαν σε ξένα και ελληνικά επιστημονικά περιοδικά. Στόχος του βιβλίου είναι να συμβάλλει στην προαγωγή της συζήτησης των δύο μορφών δημοκρατίας από την οπτική της πολιτικής επιστήμης και της πολιτειολογίας και όχι μόνο της ιστορίας. Αν κάνατε μια σύντομη έρευνα, θα διαπιστώνατε ότι το βιβλίο καλύπτει ένα μεγάλο κενό στην ελληνική βιβλιογραφία. Δυστυχώς ελάχιστοι Έλληνες πολιτειολόγοι μελέτησαν διεξοδικά και έγραψαν για το αντικείμενο. Η σύγκριση των δύο μορφών πολιτευμάτων, της άμεσης και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, απουσιάζει από το μάθημα της συγκριτικής πολιτικής στα ελληνικά πανεπιστήμια. Οι αξιολογότερες μελέτες που κυκλοφορούν στα ελληνικά είναι μεταφράσεις έργων σημαντικών ξένων επιστημόνων.

3. Σας παρακαλώ, μιλήστε μας τώρα για τη δομή του του βιβλίου «Αρχαία και σύγχρονη δημοκρατία».

Το βιβλίο δίνει μια πλήρη εικόνα της γέννησης, της κοινωνικοπολιτικής οργάνωσης και της πολιτειακής, διοικητικής και οικονομικής λειτουργίας της αθηναϊκής δημοκρατίας. Επιπλέον, αναλύει εμπεριστατωμένα το ζήτημα της θεωρητικής και πραγματικής συμμετοχής στα πολιτειακά όργανα και αποτυπώνει τη θέση της γυναίκας στην αθηναϊκή κοινωνία και πολιτεία. Στο δεύτερο μέρος παραθέτονται συνοπτικά όλες οι αναπτυχθείσες δημοκρατικές θεωρίες και γίνεται σύγκριση της άμεσης δημοκρατίας με την αντιπροσωπευτική. Στο τελευταίο κεφάλαιο παρατίθενται, με τη μορφή διδαγμάτων, μια σειρά από ρηξικέλευθες και αντισυμβατικές  προτάσεις για τη βελτίωση της ποιότητας  της σύγχρονης δημοκρατίας. Από όσα έχουν περιέλθει στη γνώση μου, η συγκριτική οπτική των δύο πολιτευμάτων που παρουσιάζεται στο βιβλίο είναι πρωτότυπη και δεν απαντάται σε κάποια άλλη μελέτη αντίστοιχου περιεχομένου. 

4. Η κοινωνία της αρχαίας Αθήνας είχε γαλουχήσει τα μέλη της με τις αρχές της ισοπολιτείας, ισονομίας και ισηγορίας, οι οποίες διατηρήθηκαν για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Γιατί, κατά τη γνώμη σας, μόνο η αρχαία Αθήνα προχώρησε σε τόσο σημαντικές καινοτομίες στο πολίτευμά της;

Κατά τον 5ο και 4ο π.Χ αιώνα δεν είχε επιλέξει μόνο η Αθήνα τη δημοκρατία για πολίτευμα. Δημοκρατικά διοικούνταν και άλλες μικρότερες ελληνικές πόλεις. Η Αθήνα όμως ήταν η υπερδύναμη της εποχής σε αυτόν τον γεωγραφικό χώρο. Έχοντας αντλήσει αίγλη από τους νικηφόρους πολέμους κατά των Περσών, στους οποίους βέβαια συμμετείχαν πολλές άλλες ελληνικές πόλεις, ευνοήθηκε και από  μια  σειρά άλλων παραγόντων, όπως η στρατηγική γεωγραφική θέση (μέσω του Πειραιά προσέγγιζε τα λιμάνια όλων των νησιών και των παράκτιων περιοχών), το καρποφόρο έδαφος και  το εύκρατο κλίμα. Φυσικά η ιστορική και ανθρωπολογική συγκυρία  διαδραμάτισαν επίσης καθοριστικό ρόλο, αφού το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στο συγκεκριμένο χώρο γεννήθηκαν ή  έζησαν πολλοί εξαιρετικά προικισμένοι άνθρωποι (πολιτικοί, στρατηγοί και άνθρωποι του πνεύματος και των τεχνών) που με τις απόψεις και τα έργα τους ανύψωσαν την Αθήνα σε μια ασύλληπτη για την εποχή διάσταση.

5. Ένα από τα κεφάλαια που μου έκαναν εντύπωση στο τελευταίο σας βιβλίο αφορούσε τη θέση της γυναίκας μέσα στη αθηναϊκή πολιτεία. Θέλετε να μας πείτε λίγα λόγια;

Η θέση της γυναίκας στη δημοκρατική Αθήνα ήταν από πολιτικής, νομικής και κοινωνικής πλευράς σημαντικά υποβαθμισμένη. Η Αθηναία δεν αποτελούσε ενεργό μέλος της πολιτικής κοινότητας. Δεν ασκούσε καμία πολιτική δραστηριότητα και απουσίαζε ολοκληρωτικά από την πολιτική σκηνή και τα πολιτικά δρώμενα. Πολιτικά ήταν, δηλαδή, ολοκληρωτικά αχειραφέτητη. Το ίδιο υποβαθμισμένη ήταν και η νομική θέση της Αθηναίας, που χαρακτηριζόταν από πλήρη έλλειψη δικαιοπρακτικής ικανότητας: δεν είχε δικαίωμα  σύναψης οιασδήποτε συναλλαγής ή υπογραφής συμβολαίων, ούτε  δικαίωμα κληρονομιάς του θανόντος συζύγου. Επίσης, δεν μπορούσε να κατέχει ατομική ιδιοκτησία, γη, ακίνητα ή άλλα κινητά πράγματα. Ως φορέας των δικαιωμάτων της απέναντι στην πόλη εμφανιζόταν πάντα κάποιος άνδρας. Αντίθετα, σε ό,τι αφορά την κοινωνική ζωή, η Αθηναία ήταν λιγότερο αποκλεισμένη. Συμμετείχε στις κυριότερες δημόσιες θρησκευτικές γιορτές και τελετές, καθώς και στις τελετές της οικογένειας, της φατρίας και της φυλής. Στις δημόσιες γιορτές και τελετές, η συμμετοχή της ήταν περισσότερο υπηρετική. 

Στην ιδιωτική τους ζωή, οι εύπορες Αθηναίες περνούσαν τον περισσότερο χρόνο στο σπίτι, ασχολούμενες με οικιακές εργασίες. Ωστόσο, η ζωή των γυναικών  των αγροτών, των τεχνητών και των θητών δεν πρέπει να ήταν τόσο εύκολη. Εκτός από την ευθύνη των εργασιών του σπιτιού που είχαν, δούλευαν εποχικά και στα χωράφια μαζί με τους συζύγους τους, πουλούσαν την πραμάτεια τους στην αγορά ή ασκούσαν άλλες βιοποριστικές δραστηριότητες. Οι  Αθηναίες παντρεύονταν σε ηλικία μεταξύ 14 και 18 ετών και δεν είχαν δικαίωμα να εκφέρουν γνώμη στην επιλογή του συζύγου τους. Ο πατέρας ή οι στενοί άρρενες συγγενείς επέλεγαν τον σύζυγο χωρίς τη συγκατάθεσή της.

6. Ποιες ήταν οι βασικές επιρροές της σκέψης σας για να γράψετε το δοκίμιο «Αρχαία και σύγχρονη δημοκρατία»;

Ανέκαθεν πίστευα πως η αθηναϊκή δημοκρατία αποτελεί μοναδική πηγή έμπνευσης και άντλησης ιδεών για τη βελτίωση της σύγχρονης δημοκρατίας. Η αθηναϊκή δεν  μπορεί φυσικά να αποτελέσει πρότυπο, αλλά η σύγχρονη μπορεί να δανεισθεί αξίες και μεθόδους λειτουργίας από αυτή. Ωστόσο, οι κύριοι λόγοι που με οδήγησαν στη συγγραφή αυτού του βιβλίου είναι το αυξανόμενο δημοκρατικό έλλειμμα, οι ηχηρές στρεβλώσεις που εντοπίζονται σε ολόκληρο το θεσμικό και αξιακό οικοδόμημα της σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας, η επανεμφάνιση του εθνολαϊκισμού και του κυβερνητικού αυταρχισμού, η υπερίσχυση της ιδεολογίας του ατομικού πλουτισμού έναντι του συλλογικού καλού, η αυξανόμενη αποχή των πολιτών από την πολιτική διαδικασία και τη διαμόρφωση της γενικής βούλησης, η κυνική κομματοκρατία και ο ιδιοτελής πολιτικός επαγγελματισμός. Όλα αυτά είναι συμπτώματα που απονευρώνουν και θέτουν σε κίνδυνο την ημιτελή μορφή δημοκρατίας, τη  φιλελεύθερη δυτικού τύπου, που, σε κάθε περίπτωση, είναι το καλύτερο πολίτευμα που γνώρισε η ανθρωπότητα στη μακραίωνη ιστορία της.

7. Με ποια προσωπικότητα της αρχαίας Αθήνας θα θέλατε να είχατε συναντηθεί;

Θα ήθελα να γνωρίσω αναμφισβήτητα τον Περικλή και τον Αριστοτέλη. Πρόκειται για προσωπικότητες που άφησαν τεράστιο ανεξίτηλο στίγμα στην ανθρώπινη ιστορία. Αν μπορούσα, όμως, να συρρικνώσω τον χρόνο και να έχω στο ίδιο τραπέζι μερικούς ακόμα αυτοί θα ήταν ο Σωκράτης, ο Αριστοφάνης και ο Φειδίας.

8. Κυρίαρχες στα δοκίμια πρέπει να είναι οι ερωτήσεις ή οι απαντήσεις;

Κύριος λόγος ύπαρξης των δοκιμίων είναι να δίνουν πρωτότυπες, ουσιαστικές, εμπεριστατωμένες και στοιχειοθετημένες απαντήσεις στα ερωτήματα των θεμάτων που πραγματεύονται. Δοκίμια που αναμασούν γνωστές γνώσεις και απαντήσεις δεν έχουν καμία χρησιμότητα και αξία.

9. Και μια τελευταία ερώτηση. Γνωρίζουν οι Έλληνες επαρκώς την ιστορία της χώρας τους;

Πιστεύω πως, σε μεγάλο βαθμό, οι Έλληνες δεν γνωρίζουμε την ιστορία μας. Γνωρίζουμε αποσπασματικά κάποια πράγματα και πολλές φορές μόνο αυτά που μας συμφέρουν. Ίσως είμαστε η μοναδική χώρα στον κόσμο όπου η ιστορία γράφεται από δύο ρεύματα: από το αριστερό και από το δεξιό. Αυτή η διχοτόμηση της κοινωνίας μας δεν μας επιτρέπει να δώσουμε αντικειμενική οπτική στην ιστορία μας. Έπειτα, το 50% και πλέον των Ελλήνων είναι αναλφάβητοι,  αγράμματοι ή δεν έχουν ολοκληρώσει  τη δωδεκαετή μέση εκπαίδευση, πράγμα που σημαίνει ότι δεν διαβάζουν. Δεν μπορεί να θωρείται στην Ελλάδα bestseller ένα δοκίμιο που πουλά χίλια αντίτυπα! Κι΄ ύστερα, μπορεί ο Παρθενώνας να αποτελεί μοναδικό έργο για την ανθρωπότητα, αλλά, αν κάνετε μια έρευνα, θα διαπιστώσετε ότι οι περισσότεροι κάτοικοι του λεκανοπεδίου δεν έχουν επισκεφθεί ούτε μια φορά την Ακρόπολη! Τέλος, όπως προανέφερα, είναι λυπηρό να υπάρχουν ελάχιστα αξιόλογα έργα Ελλήνων επιστημόνων (ιστορικών, πολιτικών επιστημόνων και φιλοσόφων) για την αρχαία Ελλάδα που να μπορούν να χαρακτηρισθούν ισάξια με τα αντίστοιχα των ξένων επιστημόνων, τα οποία εξετάζουν τις πτυχές της ελληνικής ιστορίας, της πολιτικής και της φιλοσοφίας της αναφερόμενης χρονικής περιόδου.   

Σας ευχαριστώ για τον χρόνο σας.

   

Κριτική βιβλίου: Π. Βιντάλ – Νακέ Η Ατλαντίδα – Μικρή ιστορία ενός πλατωνικού μύθου, μτφ. Χρήστος Δ. Μεραντζάς, Εκδόσεις Ολκός.





Η θεωρία της μυθικής πόλης της Ατλαντίδας όπως περιγράφεται στους πλατωνικούς διαλόγους «Τίμαιο» και περισσότερο στον «Κριτία», έχει ακόμη μέχρι τις μέρες μας φανατικούς οπαδούς, οι οποίοι αναπτύσσουν διάφορες θεωρίες για την ακριβή θέση της. Να αναφέρω ότι στο συγκεκριμένο διάλογο, ο Κριτίας, ο πιο γνωστός από τους Τριάκοντα τυράννους και ξάδερφος του Πλάτωνα, άκουσε από τον παππού και συνονόματο, τον Κριτία τον πρεσβύτερο, ο οποίος ήταν τότε ενενήντα χρονών να διηγείται μια αφήγηση του γνωστού νομοθέτη Σόλωνα κατά την παραμονή του στην Αίγυπτο.
 
Σύμφωνα με τον ιστορικό Βιντάλ-Νακέ[1], ο μύθος της Ατλαντίδας αποτελεί έναν από τους πιο μυστηριώδης διαλόγους της αρχαιότητας γενικότερα, με αποτέλεσμα να μελετηθεί εκτενώς από έναν μεγάλο αριθμό ευρωπαίων στοχαστών και με αυτό τον τρόπο να διατηρηθεί μέχρι την εποχή μας.   
 
Στον διάλογο «Τίμαιο» βρίσκουμε την πρώτη αναφορά για την ήπειρο της Ατλαντίδος. Στο στίχο 24e μαθαίνουμε για «ένα νησί μεγαλύτερο από τη Λιβυή και την Ασία μαζί, πέρα από της Ηράκλειες Στήλες[2]». Φυσικά και πρόκειται για μύθο. Ο Πλάτων έχοντας ζήσει την παρακμή της αθηναϊκής δημοκρατίας, χρησιμοποιεί τον πιο ξακουστό νομοθέτης της -τον Σόλων-, να μιλάει για τις πιο ένδοξες ημέρες της γενέθλιας πόλης του. Συγκεκριμένα, ο Σόλωνας μετά τη δημιουργία των νόμων στην πατρίδα του, ξεκίνησε τα ταξίδια του σε όλο τον γνωστό τότε κόσμο. Κατά την παραμονή του στην Αίγυπτο, έμαθε από τους ιερείς της Νηίθ (το αιγυπτιακό όνομα της Αθηνάς) για την εποχή που η Αθήνα μόνη της αντιμετώπισε επιτυχώς έναν κίνδυνο από την Δύση, τον στρατό των Ατλάντων. Παράλληλα, μαθαίνουμε την ιστορία του νησιού και τον πόθο του Ποσειδώνα με την Κλειτώ, την μοναχοκόρη ενός ζευγαριού αυτοχθόνων που υποστήριζαν την καταγωγή τους από την Αθήνα.  
 
Οι διάλογοι γράφτηκαν γύρω στο 355, χρονολογία μετά τη διάσπαση της Β’ Αθηναϊκής συμμαχίας. Οι πρωταγωνιστές εκτός του Σόλωνα, είναι ο Κριτίας ο πρεσβύτερος, ο Ερμοκράτης ένας Συρακούσιος στρατηγός, ο Κριτίας ο τύραννος που πέθανε με βίαιο τρόπο το 403, πρόσωπα όλα ήδη νεκρά το 355, ένα γεγονός που πρέπει να μας βάζει σε υποψίες από την αρχή για την εγκυρότητα του ως ιστορικό γεγονός.   Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πλατωνικής φιλοσοφίας είναι η χρήση μύθων και παραβολών, προκειμένου να ερμηνευτούν με παραδείγματα, να εξηγήσουν ή ακόμη και να συμπληρώσουν τα επιχειρήματα των πρωταγωνιστών των πλατωνικών διαλόγων.
 
Επίσης, αν είχε συμβεί ένα τέτοιο γεγονός θα είχε καταγραφεί αρχικά από τον Ηρόδοτο στο έργο του. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Ηρόδοτος όχι μόνο ταξίδεψε σε όλο τον αρχαίο κόσμο, όπως έκανε ο Σόλων, αλλά αφιέρωσε το πρώτο βιβλίο του στον πιο παλιό πολιτισμό, αυτό των Αιγυπτίων. Η σοφία και οι γνώσεις των Αιγυπτίων ήταν ξακουστές στο Μεσογειακό κόσμο και γι’ αυτό το λόγο όλοι οι Έλληνες σοφοί είχαν παραμείνει για μεγάλα χρονικά διαστήματα στη συγκεκριμένη χώρα. Η μοναδική του αναφορά σχετικά με τους Άτλαντες είναι μια περιγραφή στο τέταρτο βιβλίο του για το μέρος που ονομάζουμε σήμερα Αλγερία και αφορά «τον μοναδικό λαό που οι άνθρωποι του δεν έχουν όνομα…και βρίσκονται δίπλα σε ένα βουνό με το όνομα Άτλας που η κορυφή του είναι συνέχεια καλυμμένη από σύννεφα…και οι ντόπιοι λένε ότι είναι ο κίονας που συγκρατεί τον ουρανό».
 
Ακόμη, ο Θουκυδίδης δεν ανέφερε κάτι σχετικά με την Ατλαντίδα στην αρχαιολογία του. Αξιοσημείωτη ,όμως, παραμένει η αναφορά του Αθηναίου ιστορικού στο τρίτο του βιβλίο για το παλιρροϊκό κύμα που κατέστρεψε το αθηναϊκό οχυρό στο νησί της Αταλάντης στην περιοχή των Οπούντιων Λοκρών στην αρχή του Πελοποννησιακού πολέμου.
 
Ο Πλάτωνας προφανώς έβαλε του Άτλαντες του Ηροδότου να προέρχονται πέρα από τις Ηράκλειες Στήλες στον αχανή ωκεανό, χρησιμοποιώντας τη φυσική καταστροφή της Αταλάντης που περιγράφει ο Θουκυδίδης για να ολοκληρώσει την περιγραφή της αλληγορία του. Ίσως και γι αυτόν το λόγο ο Πλάτων παραδίδει για πρώτη φορά ένα μισοτελειωμένο διάλογο, αφού δεν αναφέρει κρίσιμες λεπτομέρειες όπως πχ. τον τρόπο που οι Αθηναίοι οπλίτες νίκησαν τον στόλο των Ατλάντων και τελειώνει με τον καταποντισμό της ηπείρου από σεισμό. Προφανώς, ο Πλάτων ήθελε να κάνει απλώς κάποιους παραλληλισμούς τόσο για την παρακμή της Αθήνας της εποχής του, αν κρίνουμε και από την επιλογή των πρωταγωνιστών, όσο και με την «Πολιτεία», διάλογο που περιγράφει το ιδανικό πολίτευμα. Νομίζω, αυτοί οι παραλληλισμοί συνεχίστηκαν και στο πρώτο βιβλίο του επόμενου διαλόγου του «Νόμοι», με την περιγραφή της πόλης της Μαγνησίας ως η ιδανική πολιτεία.
 
Ο μύθος της Ατλαντίδος δεν αναφέρθηκε ξανά από τους ιστορικούς που υπήρξαν μετά τον Πλάτωνα. Δεν βρίσκουμε κάποια αναφορά στα έργα του Αριστοτέλη, του Θεόπομπου – που υπήρξε σύγχρονος του Πλάτωνα-, πόσο μάλλον στο έργο του Πολυβίου. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρθηκε στους Άτλαντες του Ηροδότου και σε όχι σε αυτούς με τη πλατωνική σημασία του όρου. Στην ελληνιστική περίοδο, η καταγραφή της ιστορίας στράφηκε οριστικά στην έρευνα –σύμφωνα με το πρότυπο του Θουκυδίδη. Τέλος να αναφέρω το σχόλιο του νεοπλατωνιστή Πρόκλου τον 4ο αιώνα, στο έργο του «Υπόμνημα εις τον Τίμαιο» ότι αν και διατηρεί τις επιφυλάξεις του, αν είναι αληθινό γεγονός η ύπαρξη της Ατλαντίδος ή όχι, ο Πλάτων ήθελε σίγουρα να υπογραμμίσει την καίρια σημασία της Αθήνας ως πνευματικό κέντρο του αρχαίου κόσμου σε μια σκοτεινή εποχή για την πόλη.      
 
Βιβλιογραφία
Πλάτων, Τίμαιος – Κριτίας, εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα, 1992.
 
Προτεινόμενη βιβλιογραφία
Βιντάλ-Νακέ Π., Η Ατλαντίδα – Μικρή ιστορία ενός πλατωνικού μύθου, μτφ. Χρήστος Δ. Μεραντζάς, εκδόσεις Ολκός, Αθήνα, 2006.
 


[1] Βιντάλ-Νακέ Π., Η Ατλαντίδα – Μικρή ιστορία ενός πλατωνικού μύθου, μτφ. Χρήστος Δ. Μεραντζάς, εκδόσεις Ολκός, Αθήνα, 2006.
[2] Λιβυή ονομάζεται η Αφρική κατά τους αρχαίους χρόνους, ενώ οι Ηράκλειες Στήλες είναι ο πορθμός του Γιβραλτάρ. Ονομάζεται έτσι γιατί αποτελεί το πιο μακρινό σημείο που έφτασε ο Ηρακλής στη Δύση. 

Η υπομονή ως απαραίτητη προϋπόθεση στην ανάγνωση


Έχετε παρατηρήσει, αγαπητοί συνάδελφοι βιβλιοπώλες, που αυξάνεται συνεχώς ο αριθμός των αναγνωστών που έχουν την απαίτηση να τους κερδίσει ένα μυθιστόρημα από τις πρώτες κιόλας σελίδες; Προσωπικά, το είχα παρατηρήσει το τελευταίο διάστημα στα διάφορα λογοτεχνικά groupακια που υπάρχουν στο Facebook, αλλά τώρα και το πρόσεξα και στο βιβλιοπωλείο όπου εργάζομαι, αναγνώστες απορρίπτουν σχεδόν αμέσως βιβλία καταξιωμένων συγγραφέων, βραβευμένα με σημαντικά βραβεία, διάφορων κατηγοριών, με τη δικαιολογία «βαρέθηκα στις 20 πρώτες κιόλας σελίδες! Δεν με τράβηξε καθόλου». Και σκεφτόμουν: τι απέγινε η υπομονή μας ως αναγνώστες; Είναι προτιμότερο η “στιγμιαία” ή “γρήγορη” ιστορία από ένα στιβαρό κείμενο με πολλά νοήματα; Διαβάζοντας μόνο λίγες σελίδες ενός λογοτεχνικού κειμένου, έχουμε καταλάβει αμέσως περί τίνος πρόκειται; Η συμβουλή μου σε αυτές τις περιπτώσεις είναι πάντοτε η ίδια: διαβάστε περισσότερες σελίδες. Μην κάνετε επιφανειακή ανάγνωση. Δώστε μια ευκαιρία στον συγγραφέα να προλάβει να αναπτύξει τουλάχιστον τα βασικά σημεία της πλοκής του, τα οποία θα σας βοηθήσουν στην βαθύτερη κατανόηση και την πληρέστερη απόλαυσή και μετά να αποφασίσετε αν αξίζει τη προσοχή σας.    
 
Αν και το διάβασμα θεωρείται μια μοναχική ενασχόληση, αν το σκεφτούμε καλύτερα, θα παρατηρήσουμε ότι στην πραγματικότητα δεν είναι. Βασίζεται πάνω στο τρίγωνο: συγγραφέας – κείμενο – αναγνώστης. Ένα άρτιο λογοτεχνικό κείμενο δεν είναι μια σειρά από πληροφορίες όπως στα δοκίμια ή εξαντλητικές περιγραφές για να εξυμνείται το  ταλέντο του συγγραφέα. Το περιεχόμενο του είναι περισσότερο μια συζήτηση, μια μορφή επικοινωνίας με τον αναγνώστη. Ο συγγραφέας βοηθάει τον αναγνώστη να συμμετάσχει ως κοινωνός σε μια άλλη πραγματικότητα, αφού πρώτα διαμορφώνει, αναδιαμορφώσει, αναπροσανατολίζει την αναγνωστική του ικανότητα.  Ή όπως θα έλεγαν καλύτερα οι Iser και Jauss, πρέπει να υπάρχει μια διάδραση μεταξύ κειμένου και αναγνώστη. Με αυτό τον τρόπο δεν επιβάλλεται από τον συγγραφέα μια ερμηνεία ή ένα νόημα, αλλά η αναπαράσταση του περιβάλλοντος διευρύνει τις προσωπικές εμπειρίες, οδηγεί τον αναγνώστη σε διάφορες αναγνώσεις, στην εξαγωγή ενός φάσματος νοημάτων, για να απολαύσει στο τέλος τον λόγο του κειμένου ως έργο τέχνης.
 
Ο αναγνώστης βιώνοντας το κείμενο μέσα από τη δική του πραγματικότητα, ανταποκρίνεται στα καλέσματα του συγγραφέα για να εξοικειωθεί με τη συστηματική καλλιέργεια της προσδοκίας, με τα στοιχεία δομής, περιεχομένου και ύφους, γεμίζει τα κενά που έχουν αφεθεί επίτηδες ως καλέσματα, προσπαθεί να καταλάβει τη λογική δομή των προτάσεων, ώστε να διερευνήσει και να φωτίσει στη συνέχεια το κρυφό νόημα του κειμένου. Η συνοχή και η συμμετρία βοηθούν πολύ στην ερμηνευτική διαδικασία. Αν δεν περιέχει όλα τα παραπάνω, ο αναγνώστης δεν εμπλέκεται ενεργητικά στη αναγνωστική διαδικασία και το πιο σημαντικό, δε συνειδητοποιεί την ουσία και την αξία του κειμένου. Με αυτό τον τρόπο, ένα λογοτεχνικό κείμενο αποκτά αξία.

Με άλλα λόγια, η ανάγνωση είναι μια κοπιαστική διαδικασία που δεν ολοκληρώνεται μέσα σε λίγες σελίδες, ούτε καν σε λίγη ώρα. Η διαδικασία της ανάγνωσης απαιτεί ταλέντο, εξάσκηση και το πιο σημαντικό: υπομονή. Κι όπως έχει πει παλιότερα ο Harold Bloom, η τελευταία σελίδα μπορεί να ανατρέψει τα πάντα!

Κριτική βιβλίου: Βαγγέλης Γιαννίσης, Αμαρόκ, Εκδόσεις Διόπτρα, 2020


Ο Βαγγέλης Γιαννίσης αποτελεί το μοναδικό εκπρόσωπο της σύγχρονης σκανδιναβικής λογοτεχνίας στη χώρα μας. Ενώ, το άκρως πετυχημένο βιβλίο του “H γυναίκα από το Ισντάλ” που κυκλοφόρησε το Μάιο του 2019 δεν είχε προλάβει να ολοκληρώσει την εκδοτική του διαδρομή, λίγες μέρες πριν το Lockdown, κυκλοφόρησε ξαφνικά “Το Αμαρόκ”. 
Ο Γιαννίσης επανάφερε στη δράση τον επιθεωρητή της αστυνομίας της σουηδικής πόλης του Έρεμπο,  Άντερς Οικονομίδη. Ο στόχος του, αυτή τη φορά, επικεντρώνεται στο άνοιγμα της κλειστής υπόθεσης της δολοφονίας που είχε συνταράξει την τοπική κοινωνία του Χέλεφορς. Για την ακρίβεια, δώδεκα χρόνια πριν, η δεκαεξάχρονη Μαλίν είχε βρεθεί δολοφονημένη άγρια στις σχολικές τουαλέτες και τότε είχε κατηγορηθεί  ο Σομαλός επιστάτης του σχολείου Φαιζάλ Αμπντί. Όταν, όμως, αυτοκτονεί ξαφνικά η γυναίκα του Αμπντί, η σουηδική αστυνομία ξανανοίγει την υπόθεση, αναθέτοντας στον καλύτερο ερευνητή της να βρει τι πραγματικά συνέβη εκείνες τις τραγικές ημέρες.
Καταφεύγοντας στον ελεύθερο πλάγιο λόγο και με άνετη ρέουσα αφήγηση, παρατηρούμε τον Οικονομίδη έτοιμο να αντιμετωπίσει τα συναισθήματά του και τις ψυχικές αντιδράσεις των χαρακτήρων. Ο Γιαννίσης θα αναδείξει έναν παραμορφωμένο κόσμο που ζει βυθισμένος μονίμως στη σιωπή, δίνοντας αυτή τη φορά έμφαση στο νεωτερικό δίπολο κίνδυνος – ασφάλεια. Οι σύγχρονοι θεσμοί του σουηδικού κοινωνικού μοντέλου που προσφέρουν στους μετανάστες πολλαπλάσιες ευκαιρίες να απολαύσουν μια ασφαλή ζωή, απ’ ότι φαίνεται έχουν και τις σκοτεινές πτυχές τους. Η παρουσία των ξένων, ο υποσυνείδητος φόβος του αγνώστου, οι συσσωρευμένες ανησυχίες αποτελούν μια πηγή ανησυχίας και συνεχούς αβεβαιότητας για τη τοπική κοινωνία.   
Από τη δαιδαλώδη υπόθεση, καταλαβαίνουμε ότι το Αμαρόκ δεν είναι ένα βίαιο μυθιστόρημα. Είναι κάτι πολύ περισσότερο. Το επίκεντρο της ιστορίας του είναι ο ρατσισμός, ένα κοινωνικό φαινόμενο της εποχής μας, που όπως τελικά φαίνεται, απασχολεί όλες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Καθώς η έρευνα προχωράει, νέα στοιχεία αποκαλύπτονται, φανερώνοντας την προβληματική αστυνομική έρευνα της τότε εποχής, καθώς δυσμορφίες της τοπικής κοινωνίας βγαίνουν ξαφνικά στην επιφάνεια, αποδεικνύοντας ότι στην περίπτωση της Μαλίν δεν αποδόθηκε ποτέ πραγματική δικαιοσύνη.   
Όλα τα κεφάλαια συνθέτουν έναν κορμό με ενιαία δράση και πλοκή, γνώριμο χαρακτηριστικό των σύγχρονων αστυνομικών μυθιστορημάτων. Αυτό που πραγματικά ξεχωρίζει τον Γιαννίση από τους υπόλοιπους συγγραφείς της Ελληνικής λέσχης συγγραφέων αστυνομικής λογοτεχνίας είναι η διεισδυτική του ματιά στην καθεστηκυία τάξη της Σουηδίας (που θα μπορούσε άνετα να ήταν της Ελλάδας). Δεν παρουσιάζει πεσιμισμό, ούτε μοιρολατρεία. Απεναντίας, ο συγγραφέας μέσω του Οικονομίδη μας παρακινεί κάθε φορά να εξετάζουμε όλες τις πλευρές ενός εγκλήματος: οικονομική, πολιτική, θρησκευτική, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι σπάνια η ανθρώπινη κακία είναι ο πραγματικός ένοχος.  

Χρήσιμα διδάγματα από τους Βρετανούς βιβλιοπώλες του 18ου αιώνα

O Micheal Mann στο δεύτερο τόμο του βιβλίου «Οι πηγές της κοινωνικής εξουσίας» (εκδόσεις Πόλις) αναφέρει χαρακτηριστικά ότι κατά τον 18ο αιώνα στην Αγγλία παρατηρήθηκε ένα καινούργιο φαινόμενο: η διάδοση της κουλτούρας στις κατώτερες τάξεις, δηλαδή στις τάξεις των μικροαστών και των τεχνικών (η διανοητική ελίτ της εργατικής τάξης) και μάλιστα σε όλα τα περιφερειακά κέντρα της χώρας, παλιά και καινούργια. Ενώ, μέχρι τότε, το μεγαλύτερο μέρος του Βρετανικού πληθυσμού περιοριζόταν στην ανάγνωση, γραφή και αριθμητική, σταδιακά ξεκίνησε η διανοητική ανάπτυξη. «Ένας βιβλιοπώλης στο Birmingham περηφανευόταν το 1787 ότι το κατάστημά του διέθετε 30.000 τόμους» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Mann στη σελίδα 139. Αυτό σήμαινε ότι είχε ήδη εκδηλωθεί η επιθυμία του πληθυσμού να λάβει μια ακανόνιστη μόρφωση. Το ενδιαφέρον του κόσμου, συνεχίζει ο Mann, ήταν τόσο μεγάλο, που λίγα χρόνια μετά το 1800 υπήρχαν στη χώρα 600 βιβλιοθήκες με 50.000 ενεργά μέλη, όλων των κοινωνικών τάξεων, ενώ οι εφημερίδες βρίσκονταν σε όλα τα μαγαζιά που αποτελούσαν τόπους συνάθροισης.

Το συμπέρασμα του γνωστού κοινωνιολόγου για τον συγκεκριμένο αιώνα κατέληγε ότι καθώς η Μεγάλη Βρετανία έκανε τα πρώτα της βήματα ως ηγέτιδα δύναμη, μαζί με την οικονομία ξεκινούσε να αλλάζει και η κουλτούρα του πληθυσμού (προσοχή, όχι η παιδεία, αυτή παρέμεινε ακόμη ασφυκτικά κλεισμένη μέσα στους τοίχους των πανεπιστημίων). Όπως είχε αναφέρει παλιότερα και ο E. P. Thomson στο βιβλίο του «H συγκρότηση της αγγλικής εργατικής τάξης», η εργατική τάξη έκανε σοβαρές προσπάθειες να ξεφύγει από τον αναλφαβητισμό μέσω της δημιουργίας εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ειδικά για εργαζόμενους και οι μικροαστοί άφηναν στην άκρη τα θρησκευτικά αναγνώσματα για χάρη βιβλίων με σαφείς πολιτικές αναφορές. Ο Thomson εξυμνεί, όπως και ο Mann, τη συμβολή των βιβλιοπωλών στη διαμόρφωση της ταξικής συνείδησης, επειδή γύριζαν στις εργατικές συνοικίες των μικρών πόλεων και πουλούσαν φτηνά βιβλία και ριζοσπαστικά περιοδικά. Εκτός από το αποδεδειγμένο γεγονός ότι τα βιβλία βοήθησαν στη διάδοση των νέων ιδεών, είμαι σίγουρος ότι ολοένα και περισσότεροι Βρετανοί διεύρυναν το πνεύμα τους απλώς για να μαθαίνουν και να καταλαβαίνουν ευκολότερα τα νέα από το Λονδίνο, το μέρος όπου το Στέμμα και οι Λόρδοι του Συμβουλίου αποφάσιζαν για όλα τα ζητήματα. Οι αγγλικές κοινωνικές τάξεις κατέληξαν να διαβάζουν τα ίδια βιβλία ή να συζητούν πολλές φορές τις ίδιες ιδέες γιατί μπορεί να ήταν όλοι πολύ περίεργοι για το τι συνέβαινε όχι μόνο στο Νόρφολκ, αλλά και στη Τζαμάικα.      

Θα ήταν λάθος να νομίζουμε ότι η διάδοση της κουλτούρας δημιούργησε ένα ενιαίο, ομοιόμορφο αναγνωστικό κοινό. Οι Βρετανοί βιβλιοπώλες απέδειξαν πρώτοι τους λόγους που το βιβλίο είχε τη δύναμη να διαδραματίζει έναν σημαντικό ρόλο μέσα στην κοινωνική ανάπτυξη και συνοχή. Επίσης, έδειξαν τον τρόπο που η εμπειρία της ανάγνωσης μπορεί να συμβάλει στη διάχυση της νέας γνώσης. Ακόμη, απέδειξαν ότι το βιβλίο μπορεί μεν να συντηρήσει τα παραδοσιακά στοιχεία από τη μια πλευρά, αλλά μπορεί και να λειτουργήσει επίσης και ως μέσο προώθησης και διάδοσης των νέων τρόπων σκέψης, διαμορφώνοντας έτσι τις συνειδήσεις μιας κοινωνίας των πολιτών. Με άλλα λόγια, οι βιβλιοπώλες φρόντισαν για τη διαπαιδαγώγηση της κοινής γνώμης. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την αναφορά του Thomson, ότι βιβλιοπώλες συνέλεγαν ριζοσπαστικά πολιτικά περιοδικά ή μάθαιναν να χρησιμοποιούν τα Blue Books του Ανακτοβουλίου για να τα διαβάσουν μεγαλόφωνα μπροστά σε αναλφάβητους σε παμπ μια φορά την εβδομάδα. Ή τις έντονες λογομαχίες ανάμεσα σε αναγνώστες σχετικά με τα βιβλία του Βολταίρου ή του Κόμπετ γύρω από τους πάγκους των βιβλιοπωλών. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η διάδοση της κουλτούρας προς τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα ήταν μια συνειδητή επιλογή σε μια εποχή που η Αγγλία άλλαζε, αφού νέες πληροφορίες απ’ όλες τις γωνιές του κόσμου κατέφθαναν στα βρετανικά λιμάνια και η παιδεία απευθυνόταν σε λίγους. Οι βιβλιοπώλες έδειξαν τέλος, ότι μπορούν να αντιστέκονται στις κρατικές πολιτικές λογοκρισίας, ακόμη και στις οικονομικές επιβουλές και επιβολές. Όλα τα παραπάνω γεγονότα συνέβησαν, επειδή ίδρυσαν σταδιακά σε όλα τα σημαντικά περιφερειακά κέντρα της αγγλικής επαρχίας, ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία που διέθεταν πολλές φορές και λέσχες ανάγνωσης, με κύρια αποστολή την ενημέρωση του κοινού. Οι εφημερίδες μετέφεραν μεν στον πληθυσμό το τι γινόταν πίσω από τις κλειστές πόρτες του Κοινοβουλίου, αλλά τα βιβλία ήταν αυτά που εκπαιδεύανε το αναγνωστικό κοινό για τον τρόπο που θα αξιολογούσε τα γεγονότα και για να μην πέφτουν θύματα της προπαγάνδας ή των λαϊκιστών. Οι βιβλιοπώλες βοηθούσαν τους ενδιαφερόμενους να βρουν όχι μόνο το βιβλίο που αναζητούσαν, αλλά και βιβλία που θεωρούσαν ότι κάποιος έπρεπε να έχει διαβάσει, όπως τα βιβλία του Τόμας Πέιν.

Τα διδάγματα που πρέπει να κρατήσουμε, εμείς οι βιβλιοπώλες του 21ου αιώνα, είναι ότι δεν παίζει ρόλο που ζούμε σε μια εποχή έντονων τεχνολογικών εξελίξεων. Αυτό που έχει αλλάξει είναι ο τρόπος ενημέρωσης του αναγνωστικού κοινού. Το περιεχόμενο των βιβλίων παραμένει ακόμη η κύρια ουσία της βιβλιοπαραγωγής και είναι αυτό που βοηθάει στο να δημιουργούμε μια σύγχρονη κοινωνία. Ευτυχώς, τώρα, οι εκδοτικοί οίκοι έχουν φροντίσει να υπάρχει μια πρωτοτυπία και μια ποικιλομορφία στη βιβλιοπαραγωγή που ικανοποιεί όλα τα αναγνωστικά στάδια του κοινού. Όμως, όπως είδαμε και από τους συναδέλφους του 18ου αιώνα, το κάθε βιβλίο είναι ξεχωριστό και δεν μπορείς να εφαρμόσεις τον ίδιο κανόνα προώθησης σε όλες τις περιπτώσεις, προκειμένου να προσεγγίσεις το αναγνωστικό κοινό. Επίσης, η διαφήμιση και η δημιουργία εντυπώσεων δεν είναι τα μοναδικά στοιχεία που θα κάνουν γνωστό ένα βιβλίο. Τα μυστικά που μένουν αναλλοίωτα με το πέρασμα των αιώνων συνοψίζονται στα εξής σημεία: α)στους ευσυνείδητους και ενημερωμένους βιβλιοπώλες και β)ο παλιός καλός τρόπος «από στόμα σε στόμα» παραμένει ακόμη ο θεμέλιος λίθος της διαφήμισης της εκδοτικής βιομηχανίας. Με αυτό τον τρόπο, ένας βιβλιοπώλης θα βοηθήσει τον αναγνώστη να εντοπίσει το κατάλληλο βιβλίο ως επαρκώς αντάξιο του χρόνου και της προσοχής του, ώστε να το αγοράσει. Έτσι, κάθε βιβλίο περιμένει τον αναγνώστη του.              

Κριτική βιβλίου: Richard Westfall – Η ζωή του Ισαάκ Νεύτωνα, μετάφραση: Διονύσης Γιαννίμπας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2000.

Το 1642 αποτελεί το σημαντικότερο έτος της επιστήμης. Τον Ιανουάριο πεθαίνει ο Γαλιλέος και τον Δεκέμβριο γεννιέται ο Νεύτων. Είναι ο επιστήμονας που συνεχίζει το έργο του Γαλιλέου και οδηγεί στην επιστήμη σε καινούργιο επίπεδο. Η προσφορά του στην επιστημονική γνώση έγκειται στο γεγονός ότι ενέταξε την εμπειρία και το πείραμα ως το αληθινό θεμέλιο της ερευνών, κάτι που ισχύει μέχρι τις μέρες μας. Αυτό σημαίνει ότι τα μαθηματικά δεν αποτελούν πλέον τον καθοριστικό παράγοντα της επιστήμης. Ο Ισαάκ Νεύτων είναι η σημαντικότερη επιστημονική προσωπικότητα της Αγγλίας.

Η επιστημονική σκέψη κατά τον 17ο αιώνα, είχε προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό. Σημαντικό γεγονός υπήρξε η ίδρυση θεσμών (η Βασιλική Εταιρία στην Αγγλία ιδρύθηκε το 1662, ενώ η γαλλική Ακαδημία Επιστημών το 1666), μέσω των οποίων κατέστη δυνατόν να συγκεντρωθεί όλη η επιστημονική γνώση, να παρέχεται  προστασία, καθώς και τα μέσα στους φυσικούς επιστήμονες, ώστε να διεξάγουν πειράματα και να ανταλλάσσονται γόνιμες απόψεις σχετικά με διάφορες θεωρίες. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Νεύτωνας ενώ είχε αφομοιώσει την καρτεσιανή ορθολογιστική αντίληψη σαν τρόπο σκέψης και το μηχανιστικό-πειραματικό πρόγραμμα του Άγγλου Μπόυλ (Robert Boyle, 1627-1691), χρησιμοποίησε την πειραματική μέθοδο του Γαλιλαίου για να διατυπώσει τις θεωρίες του. 

Ο Νεύτωνας δημοσίευσε το 1687 την δίτομη πραγματεία του Μαθηματικές αρχές της φυσικής φιλοσοφίας. Τα συμπεράσματα του προήλθαν έπειτα από συνεχή πειράματα και παρατηρήσεις και τεκμηριώθηκαν με βάση τα μαθηματικά, προκειμένου να μην επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος.  Μέσω του Νεύτωνα, η επιστημονική μέθοδος ενισχύθηκε σημαντικά, αφού προϋποθέτει την παρατήρηση ως τον μοναδικό αξιόπιστο οδηγό καταγραφής των φαινομένων. Η εμπειρική επαγωγή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέθοδος για να περιγράψουμε τα διάφορα φυσικά φαινόμενα και να εκφέρουμε ασφαλή συμπεράσματα. Επίσης, αναγνωρίστηκε η συμβολή της γεωμετρίας ως δικλείδα ασφαλείας στις μετρήσεις, διότι το ανθρώπινο μυαλό δεν μπορεί να συλλάβει όλες τις ιδιότητες της φύσης και ενώ ελλοχεύει ο κίνδυνος να οδηγηθούμε σε λάθος συμπεράσματα, τα μαθηματικά με τις τεχνικές τους μπορούν να αποδείξουν αν σφάλουμε. Πάνω σε αυτή τη βάση, διατύπωσε την περίφημη φράση “Hypothesis non fingo”, απορρίπτοντας έμμεσα την καρτεσιανή φιλοσοφία, με την έννοια ότι δεν αποδέχεται καμία μεταφυσική θεωρία που να δικαιολογεί την εξήγηση των φαινομένων. Η νευτώνεια επαγωγική μέθοδος θεωρεί ότι η επιστήμη είναι ο μοναδικός τρόπος για να περιγράψουμε την φύση.    


Συνέντευξη: Γιάννης Χρονόπουλος

Ο Γιάννης Χρονόπουλος από το 2007 έχει συγγράψει βιβλία και άρθρα σχετικά με την αρχαιότητα, τον βυζαντινό και ευρωπαϊκό Μεσαίωνα και την ελληνική και ευρωπαϊκή ιστορία του 19ου και 20ού αιώνα. Έγινε γνωστός στον χώρο των γραμμάτων λόγω των «Ιστορικών» της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας, των Εκδόσεων Περισκόπιο και των «Ελλήνων Ιστορικά» του Ελεύθερου Τύπου. Σήμερα είναι ο διευθυντής του εκδοτικού οίκου Historical Quest και συγγραφέας της σειράς «Βυζαντινοί Αυτοκράτορες – Στρατηγοί». Με αφορμή τα τελευταία γεγονότα της επικαιρότητας για την εκκλησία της Αγίας Σοφίας, ο κος Χρονόπουλος μας μεταφέρει στην εποχή του Ιουστινιανού και μας εξιστορεί τους λόγους που κατασκευάστηκε.

  1. Ενώ, τα σημαντικότερα επιτεύγματα της βασιλείας του Ιουστινιανού είναι η κωδικοποίηση των ρωμαϊκών νόμων και η ανασύσταση της παλιάς Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ο περισσότερος κόσμος τον γνωρίζει για την κατασκευή της Αγίας Σοφίας. Γιατί, κατά τη γνώμη σας συμβαίνει αυτό;

Η κατασκευή της Αγίας Σοφίας έχει κάνει τον Ιουστινιανό γνωστό διότι αποτελεί το πιο διαχρονικά χειροπιαστό επίτευγμα που επιβιώνει ως τις ημέρες μας. Ενώ τα άλλα επιτεύγματά του ήταν πρόσκαιρα (η ανασύσταση μεγάλου τμήματος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας) ή ενσωματώθηκαν σε μεταγενέστερες θεσμικές μορφές (η κωδικοποίηση του ρωμαϊκού δικαίου αποτέλεσε τη βάση για το ευρύτερο δυτικό δίκαιο). Η Αγία Σοφία ορθώνεται περίτρανη ανά τους αιώνες, ένα μοναδικό αρχιτεκτονικό, θρησκευτικό και εν γένει, πολιτισμικό επίτευγμα, που θαμπώνει με την ακτινοβολία της όλο τον κόσμο.

2. Τι σημαίνει, τελικά, η εκκλησία της Αγίας Σοφίας για τη Βυζαντινή αυτοκρατορία και τι συμβολίζει για τον χριστιανικό κόσμο;

Για τη Βυζαντινή αυτοκρατορία η Αγία Σοφία,ίσως το υπέρτατο σύμβολο της πολιτικής και θρησκευτικής ιδεολογίας της, το υπέρτατο επίτευγμά της μέσα από το οποίο εκφράστηκε η Ορθοδοξία, ο ένας από τους πλέον σημαντικούς πυλώνες της. Για το χριστιανικό κόσμο, αναντίρρητα, αποτελεί ένα μοναδικό σημείο αναφοράς, όπως και ο καθεδρικός του Αγίου Πέτρου στο Βατικανό. Έστω κι αν ευρίσκεται υπό καθεστώς αιχμαλωσίας, έστω κι αν για τους μη ορθόδοξους χριστιανούς δεν έχει την ίδια συναισθηματική αξία, όπως έχει για τον ορθόδοξο ελληνισμό.

3.Θεωρείτε ότι είναι το σημαντικότερο πολιτιστικό επίτευγμα του βυζαντινού πολιτισμού;

Οι Έλληνες της κλασσικής αρχαιότητας επιχείρησαν μέσα από την αρχιτεκτονική τους να εκφράσουν την αρμονία εφαρμόζοντας το μέτρο, χρησιμοποιώντας τον ορθό λόγο εμπνεόμενοι από τις αξίες της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Οι Βυζαντινοί, δηλαδή, ο μεσαιωνικός ελληνισμός, που δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της διαδικασίας ελληνοποίησης της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μέσα από την κατασκευή της Αγίας Σοφίας, εξέφρασαν την προσπάθειά τους να εκφράσουν το υπέρλογο μυστήριο της διδασκαλίας του Χριστού, την προσπάθεια του ανθρώπου να έρθει σε επαφή με το θείο και να εκφράσει τη σχέση του μ’ αυτό. Υπ’ αυτή την έννοια, η Αγία Σοφία είναι το σημαντικότερο πολιτιστικό επίτευγμα του βυζαντινού πολιτισμού, αν και δεν είναι το μόνο.

Η διάσωση της κλασσικής κληρονομιάς, η αναχαίτιση της ορμής του Ισλάμ των πρώτων αιώνων, η δημιουργία ενός μοναδικού πολιτισμού, του βυζαντινού, η σύζευξη δηλαδή του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού με τον χριστιανισμό, και η εν γένει υπερχιλιετής προσφορά στις τέχνες, στα γράμματα και στην πολιτική κληρονομιά αποτελούν, περιληπτικά, κάποια από τα πολιτιστικά επιτεύγματα του βυζαντινού πολιτισμού.

4. Μπορείτε να μας περιγράψετε τους λόγους που ώθησαν τον Ιουστινιανό να κατασκευάσει εκ νέου το οικοδόμημα της Αγίας Σοφίας;

Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός θέλησε την κατασκευή της Αγίας Σοφίας διότι έτσι θα διατρανωνόταν η οριστική εδραίωση του Χριστιανισμού ως η επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας. Σε συνάρτηση με τα στρατιωτικά επιτεύγματα του Βελισάριου στη βόρεια Αφρική, στην Ιταλία εναντίον των Βανδάλων και των Οστρογότθων και στους πολέμους με τους Σασσανίδες Πέρσες, την κωδικοποίηση του ρωμαϊκού δικαίου, η κατασκευή της Αγίας Σοφίας σφράγιζαν το απόγειο της ισχύος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας εκείνη την εποχή σε στρατιωτικό, πολιτικό – διοικητικό και πνευματικό επίπεδο.

5. Μήπως, πρέπει να θεωρούμε το έτος 537 ως το έτος που ολοκληρώθηκε η θρησκευτική πολιτική του Ιουστινιανού; Τον βλέπουμε αμέσως μετά από το συγκεκριμένο έτος να μειώνονται αισθητά οι θρησκευτικοί διωγμοί στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας και να στέλνει οργανωμένα τους πρώτους ιεραπόστολους στους βαρβαρικούς λαούς.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει ουσιαστικά το 537, η μακρά πορεία του σχηματισμού της Ορθοδοξίας, που ξεκίνησε με τον Κωνσταντίνο Α΄ τον Μέγα, φτάνει ουσιαστικά στην ολοκλήρωσή της με τον Ιουστινιανό. Οι αιρέσεις των επόμενων αιώνων δεν είναι σε θέση να την κλονίσουν με αποφασιστικό τρόπο. Αυτά βέβαια, ωσότου, ξεσπάσει η Εικονομαχία τον 8ο αιώνα, μία ανελέητη εσωτερική σύγκρουση, που κλόνισε και λίγο έλειψε να αφανίσει τη Βυζαντινή αυτοκρατορία και την Ορθοδοξία.

Σας ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας.

Η σημασία των Λεσχών Ανάγνωσης στα βιβλιοπωλεία

Με λύπη διαπίστωσα πόσο λίγη σημασία αποδίδει ο John Sutherland, ομότιμος καθηγητής της Νεότερης Αγγλικής Λογοτεχνίας στο University College του Λονδίνου και συγγραφέας του βιβλίου “Μικρή Ιστορία της Λογοτεχνίας” (εκδόσεις Πατάκη), στις αναγνωστικές ομάδες, ή αλλιώς στις λέσχες ανάγνωσης. Αφιερώνει μονάχα μία σελίδα! Παρόλο αυτά, μέσα σε μόνο μια σελίδα παραθέτει όλα τα σημαντικά χαρακτηριστικά, καθώς και τις καινοτομίες που επέφερε η συγκεκριμένη πρακτική στην ανάγνωση και γενικότερα στη λογοτεχνία. Ο Sutherland δίνοντας τόσο μικρή σημασία στις Λέσχες ανάγνωσης, μάλλον λαμβάνει υπόψιν τον κόσμο των γραμμάτων του Ηνωμένου Βασιλείου, το οποίο έχει μια μακρά παράδοση στη διάδοση των χρήσεων του γραπτού λόγου και σχεδόν κάθε βρετανικό βιβλιοπωλείο διαθέτει τη δική του Λέσχη. Αν θέσουμε, όμως,  το πλαίσιο λειτουργίας των Λεσχών ανάγνωσης σε μια κοινωνία, όπως είναι η ελληνική, με χαμηλή συνείδηση βιβλίου και εξετάσουμε τα οφέλη της συναλλαγής αναγνώστη – κειμένου, θα διαπιστώσουμε, ότι εκτός από παιδαγωγικό ή αυτοβελτιωτικό χαρακτήρα, οι αναγνωστικές ομάδες μπορούν να συμβάλλουν σημαντικά στη διάδοση της φιλαναγνωσίας και όχι μόνο.    

Κακά τα ψέματα, στη χώρα μας, οι οργανωμένες Λέσχες Ανάγνωσης είναι ελάχιστες, σε αντιστοιχία πάντα με το αναγνωστικό κοινό. Οι λόγοι είναι γνωστοί και έχουν αναλυθεί επαρκώς, τόσο από τους κοινωνιολόγους που ασχολούνται με το πολιτιστικό κομμάτι της λογοτεχνίας και τις όψεις της ανάγνωσης, όσο και από τους ανθρώπους, οι οποίοι δραστηριοποιούνται επαγγελματικά στο χώρο των γραμμάτων. Αυτό το γεγονός μπορεί και πρέπει να αλλάξει. Ειδικά τώρα, όπου κυριαρχεί η ημιμάθεια και η ανθρωποφαγία του Διαδικτύου και έχει υποβαθμιστεί κατά πολύ ο καίριος ρόλος  των βιβλιοθηκών. Οι αναγνώστες –και δεν αναφέρομαι στους αναγνώστες που παρακολουθούν με συνέπεια τις εξελίξεις της βιβλιοπαραγωγής- είναι κατά τη γνώμη μου αποπροσανατολισμένοι. Ειδικότερα, οι «περιστασιακοί» αναγνώστες χρειάζονται μια καθοδήγηση για να μάθουν πχ πληροφορίες για κάποια συγκεκριμένη παλιότερη κυκλοφορία ή για τα σημαντικά βιβλία κάποιου λογοτεχνικού είδους. Είναι εκείνη η κατηγορία βιβλιόφιλων που δεν διαθέτουν πολύ χρόνο για διάβασμα ή είναι επιλεκτικοί με τα είδη των βιβλίων που διαβάζουν. Είναι αυτοί οι αναγνώστες που χρειάζονται μια μικρή βοήθεια προκειμένου να ανακαλύψουν κάποια από τα υψηλού επιπέδου βιβλία που δεν βρίσκονται στις λίστες με τα ευπώλητα ή εγκωμιάζουν οι κριτικοί στις εφημερίδες. Θεωρώ ότι το βάρος της κάλυψης μεγάλου μέρους πολιτιστικών αναγκών της βιβλιολογικής υποδομής μπορεί να υποστηριχθεί κατά κύριο λόγο από τα βιβλιοπωλεία και με τη βοήθεια των εκδοτικών οίκων. Η δημιουργία περισσότερων αναγνωστικών ομάδων, ανεξαρτήτου είδους, ίσως να αποτελεί το όχημα στη συσπείρωση των βιβλιόφιλων και βιβλιοφάγων με σκοπό την ενημέρωση και τη διεξαγωγή εποικοδομητικών λογοτεχνικών συζητήσεων. Κοινότητες συναναγνωστών έχουν τις δυνατότητες να προωθήσουν βιβλία που δεν χαρακτηρίζονται μεν κλασικά, αλλά αξίζουν σίγουρα την προσοχή μας. Γενικότερα, θα λέγαμε ότι οι Λέσχες ανάγνωσης έχουν τις δυνατότητες να συμβάλλουν από τη διεύρυνση του αναγνωστικού κοινού και τη συγκέντρωση των μη ενεργών αναγνωστών, μέχρι και την ανάδειξη του βιβλίου ως μέσου ψυχαγωγίας.

Οι οργανωμένες λέσχες ανάγνωσης, μπορούν να σταθούν επάξια ως θεσμός δίπλα στα λογοτεχνικά βραβεία και στα φεστιβάλ. Με αφορμή την αγάπη για το διάβασμα και το βιβλίο, μπορούν να διαδώσουν την «καλή» λογοτεχνία με τον παραδοσιακό τρόπο, δίχως το επιθετικό διαδικτυακό μάρκετινγκ. Μπορούν να μαζέψουν σε μια ομάδα τους συνειδητοποιημένους και τους περιστασιακούς αναγνώστες. Να συμμετέχει η νεότερη ηλικιακά γενιά αναγνωστών, η οποία είναι πιο κοντά στα ψηφιακά βιβλία και έχει γαλουχηθεί κυρίως με τη διαδικτυακή προσέγγιση και παρουσία και ψάχνει μέσω των βιβλίων τον δρόμο της σε έναν πολύπλοκο κόσμο. Τα μέλη των λεσχών ανάγνωσης έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν σε συζητήσεις, όπου διερευνάται η φύση της ανάγνωσης και τα πάθη που προκαλεί. Είναι, επίσης, μια καλή ευκαιρία, να μάθουν τα μέλη να μετατρέπουν μια μοναχική δραστηριότητα, όπως είναι το διάβασμα, σε μια εποικοδομητική συζήτηση. Να γίνονται δεκτές όλες οι ερμηνείες – δεν χρειάζεται να προσεγγίζουμε όλοι ένα βιβλίο με την ίδια οπτική-  ή να μάθουν τον τρόπο που ασκείται μια πραγματική και καλοπροαίρετη κριτική και φυσικά να ξεχωρίζουν οι αναγνώστες πότε ένα κείμενο είναι πραγματικά καλογραμμένο. Όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά φανερώνουν την πιο σημαντική συνεισφορά μιας οργανωμένης Λέσχης ανάγνωσης: την ανάπτυξη της αναγνωστικής ικανότητας κάθε αναγνώστη. Γιατί πρέπει να μάθουμε κάποια στιγμή να απολαμβάνουμε τον γραπτό λόγο ως έργο τέχνης.          

Κριτική βιβλίου: Stillman Drake – Γαλιλαίος

Stillman Drake – Γαλιλαίος, μετάφραση: Τάσος Κυπριανίδης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1999.

Γαλιλαίος (Galileo Galilei, 1564-1642)

Το έργο του Κοπέρνικου μελετήθηκε εκτενώς από την ευρωπαϊκή διανόηση. Ένα νέο είδος αστρονομίας άρχισε να γίνεται σταδιακά αποδεκτό στον χώρο της επιστήμης, ότι το σύμπαν βασιζόταν σε μια μηχανιστική λειτουργία. Ένας από τους ακόλουθους του Κοπέρνικου ήταν και ο Γαλιλαίος, ο οποίος θεωρούσε ότι σκοπός του επιστήμονα είναι να ανακαλύψει την ουσία πίσω από τα φυσικά φαινόμενα και η ανάλυση πρέπει να βασίζεται στην γλώσσα των μαθηματικών. Η επιστημονική μέθοδος του Ιταλού επιστήμονα βασιζόταν περισσότερο στις μετρήσεις σε συνδυασμό με τα μαθηματικά[1]. Ο Γαλιλαίος δεν συμμεριζόταν τον αρνητισμό του Αριστοτέλη προς την γεωμετρία και την προτίμησή του προς τον έλεγχο της εμπειρίας του κοινού νου. Ο Γαλιλαίος θεωρούσε τις αριστοτελικές εξηγήσεις ανεπαρκείς και θεωρούσε ότι έθετε λάθος ερωτήματα σχετικά με την λειτουργία της φύσης. Ο ισχυρισμός του επαληθεύτηκε με τα πειράματα που διεξήγαγε με το εκκρεμές πάνω στην κίνηση. Συνεπώς, η επιστημονική του μέθοδος βασιζόταν αφενός σε ένα μαθηματικό πλαίσιο, αφετέρου είχε μια πειραματική-πρακτική κατεύθυνση.   

Η μεγαλύτερη συνεισφορά του Γαλιλαίου ήταν ότι πρώτος έστρεψε το τηλεσκόπιο προς τον ουρανό, προκειμένου να επιβεβαιώσει την θεωρία του Κοπέρνικου. Μαζί με τον Κέπλερ (Johannes Kepler, 1571-1630), επιβεβαίωσαν με τις μετρήσεις τους την λειτουργία ενός ηλιοκεντρικού συστήματος, κλονίζοντας με αυτό τον τρόπο το οικοδόμημα της αριστοτελικής φυσικής. Το 1609 μέσω του τηλεσκοπίου, μπόρεσε ο Γαλιλαίος να ανακαλύψει τους δορυφόρους του Δία, δηλαδή ένα ηλιακό σύστημα σε μικρογραφία, καθώς και την ύπαρξη ηλιακών κηλίδων στην επιφάνεια του ηλίου, καταρρίπτοντας με αυτό τον τρόπο την αριστοτελική θεωρία που παρουσίαζε ότι οι ουρανοί ήταν άσπιλοι και αμετάβλητοι.

Το τηλεσκόπιο αποτέλεσε το πιο αποτελεσματικό μέσο για την παρατήρηση των ουρανών, δίνοντας την δυνατότητα στον οποιοδήποτε αστρονόμο να επιβεβαιώσει την θεωρία του. Δηλαδή, η διαδικασία της παρατήρησης και το μέσο της παρατήρησης απέκτησαν την ίδια εγκυρότητα με τη θεωρία. Λόγω των νέων ανακαλύψεων, δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη μια νέας μηχανικής για την αστρονομία. Οι ιδέες του Γαλιλαίου διατυπώθηκαν στο έργο «Διάλογοι επί των μεγίστων συστημάτων», όπου διατυπώνοντας τους αναγκαίους όρους (πχ ο διαχωρισμός της φύσης σε πρωτεύουσες και δευτερεύουσες ιδιότητες), δημιούργησε με αυτό τον τρόπο ένα πλαίσιο που θα απεικονίζεται η πραγματική δομή της φύσης. Τέλος, να αναφέρουμε ότι οι «Διάλογοι επί των μεγίστων συστημάτων» ερχόντουσαν σε άμεση ρήξη με την ανωτερότητα της αυθεντίας και τις αρχαίες γραφές, προκαλώντας πολλές αντιδράσεις στην επιστημονική κοινότητα, με αποτέλεσμα να κατηγορηθεί ο Γαλιλαίος ως αιρετικός από την Ιερά Εξέταση της Ρώμης το 1632.


[1] Gillipsie C. C., Στην κόψη της αλήθειας: Η εξέλιξη των επιστημονικών ιδεών από τον Γαλιλαίο ως τον Einstein, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1986.

Κριτική βιβλίου: Chris Carter

Το ελληνικό αναγνωστικό κοινό των αστυνομικών μυθιστορημάτων γνώρισε τον Chris Carter σχεδόν πριν 2 χρόνια με το βιβλίο «Ο δολοφόνος με το σημάδι του σταυρού», με το οποίο έδειξε ότι ο συγγραφέας γνωρίζει πολύ καλά την τέχνη του σασπένς. Τώρα, πριν λίγες μέρες, μεταφράστηκε από τις εκδόσεις Bell το βιβλίο του με τον τίτλο «Έναν προς έναν».
Πρωταγωνιστής των βιβλίων του Carter είναι ο ντετέκτιβ του αστυνομικού τμήματος του Λος Άντζελες Ρόμπερτ Χάντερ.

Διαβάζοντας τα αστυνομικά μυθιστορήματα του καταλαβαίνουμε ότι το Λος Άντζελες, η λεγόμενη «Πόλη των Αγγέλων» δεν είναι αυτό που φαίνεται. Μέσα από τις λεπτομέρειες των υποθέσεων ο Carter συνδυάζει την τοπική ιστορία της πόλης με την κοινωνική πραγματικότητα, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την ευρύτητα της αστυνομικής λογοτεχνίας. Αυτό καταλαβαίνουμε από την βιαιότητα των φόνων σε κάθε ιστορία. Ο Carter επιλέγει συνειδητά να βάζει κάθε φορά τον αναγνώστη, από την αρχή του βιβλίου,στο μυαλό του εκάστοτε δολοφόνου, δείχνοντας ξεκάθαρα τις προθέσεις του για το τι μέλλει γενέσθαι. Χρησιμοποιεί τις ακαδημαϊκές του γνώσεις από την επιστήμη της Ψυχολογίας και την πολύτιμη εργασιακή του εμπειρία ως profiler της αστυνομίας για να μας παρουσιάσει –πολύ πειστικά θα έλεγα- την σκοτεινή πλευρά του ανθρώπινου νου. Παράλληλα, ο συγγραφέας παρουσιάζει τους πρωταγωνιστές να σχολιάζουν μεταξύ τους την τρέχουσα κατάσταση, κάνοντας διάφορα σχόλια για την αστική οικονομική αλλαγή, την ανισότητα, τους κοινωνικούς διαχωρισμούς, ακόμη και για την κουλτούρα της πόλης, νιώθοντας σε τελική ανάλυση ότι κάθε χρονιά είναι χειρότερη από την προηγούμενη και ποτέ τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται.

Στις υποθέσεις των βιβλίων, δεν πρωταγωνιστούν μόνο οι δύο ντετέκτιβ. Καθώς, τα στοιχεία συσσωρεύονται, οι υποθέσεις περιπλέκονται, όλο και περισσότεροι χαρακτήρες με αμφίβολους σκοπούς εμπλέκονται στις υποθέσεις, με αποτέλεσμα να κορυφώνεται η αγωνία και το σασπένς.Το δυνατό σημείο του Carter, ως λογοτέχνη αστυνομικών μυθιστορημάτων, είναι η ικανότητα του να διατηρεί τηνκεντρική υπόθεση του έργου σφιχτοδεμένη σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας. Τέλος, θεωρώ, ότι ως συγγραφέας διακρίνεται από τους υπόλοιπους συγγραφείς της γενιάς του, διότι δεν περιορίζεται στα στεγανά του σύγχρονου αστυνομικού μυθιστορήματος, αλλά δίνει και κοινωνιολογικές προεκτάσεις, εξετάζοντας τις πολιτισμικές εντάσεις της νεωτερικότητας στη σύγχρονη κοινωνία του Λος Άντζελες.

Τα βιβλία του Chris Carter κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις BELL.

Καλωσόρισμα

Ο ιστοχώρος φιλοδοξεί να είναι ανοιχτός σε όλα τα ρεύματα και τις προσεγγίσεις της λογοτεχνίας, με έμφαση σε κάποιες κατηγορίες όπως είναι τα ιστορικά μυθιστορήματα και το ιστορικό δοκίμιο.

Ο χώρος στεγάζει τις εξής ενότητες:


Δημοσιεύσεις:

Για τις τελευταίες εξελίξεις βιβλίων ή για τα πολύ σημαντικά νέα που αφορούν γενικά τον κόσμο των γραμμάτων.

Άνθρωποι:

Θα πραγματοποιούνται συνεντεύξεις με συγγραφείς ή μεταφραστές βιβλίων που αξίζουν την προσοχή μας.

Βιβλιογραφικά:

Στοιχεία αναζήτησης και παράθεσης βιβλιογραφίας για την δημιουργία μιας βάσης βιβλιογραφικών δεδομένων.

Κριτικές:

Βιβλιοκρισίες που αποβλέπουν στην έγκαιρη αποτίμηση της αξίας προσφάτων κυκλοφοριών βιβλίων από τον χώρο των γραμμάτων.