Η υπομονή ως απαραίτητη προϋπόθεση στην ανάγνωση


Έχετε παρατηρήσει, αγαπητοί συνάδελφοι βιβλιοπώλες, που αυξάνεται συνεχώς ο αριθμός των αναγνωστών που έχουν την απαίτηση να τους κερδίσει ένα μυθιστόρημα από τις πρώτες κιόλας σελίδες; Προσωπικά, το είχα παρατηρήσει το τελευταίο διάστημα στα διάφορα λογοτεχνικά groupακια που υπάρχουν στο Facebook, αλλά τώρα και το πρόσεξα και στο βιβλιοπωλείο όπου εργάζομαι, αναγνώστες απορρίπτουν σχεδόν αμέσως βιβλία καταξιωμένων συγγραφέων, βραβευμένα με σημαντικά βραβεία, διάφορων κατηγοριών, με τη δικαιολογία «βαρέθηκα στις 20 πρώτες κιόλας σελίδες! Δεν με τράβηξε καθόλου». Και σκεφτόμουν: τι απέγινε η υπομονή μας ως αναγνώστες; Είναι προτιμότερο η “στιγμιαία” ή “γρήγορη” ιστορία από ένα στιβαρό κείμενο με πολλά νοήματα; Διαβάζοντας μόνο λίγες σελίδες ενός λογοτεχνικού κειμένου, έχουμε καταλάβει αμέσως περί τίνος πρόκειται; Η συμβουλή μου σε αυτές τις περιπτώσεις είναι πάντοτε η ίδια: διαβάστε περισσότερες σελίδες. Μην κάνετε επιφανειακή ανάγνωση. Δώστε μια ευκαιρία στον συγγραφέα να προλάβει να αναπτύξει τουλάχιστον τα βασικά σημεία της πλοκής του, τα οποία θα σας βοηθήσουν στην βαθύτερη κατανόηση και την πληρέστερη απόλαυσή και μετά να αποφασίσετε αν αξίζει τη προσοχή σας.    
 
Αν και το διάβασμα θεωρείται μια μοναχική ενασχόληση, αν το σκεφτούμε καλύτερα, θα παρατηρήσουμε ότι στην πραγματικότητα δεν είναι. Βασίζεται πάνω στο τρίγωνο: συγγραφέας – κείμενο – αναγνώστης. Ένα άρτιο λογοτεχνικό κείμενο δεν είναι μια σειρά από πληροφορίες όπως στα δοκίμια ή εξαντλητικές περιγραφές για να εξυμνείται το  ταλέντο του συγγραφέα. Το περιεχόμενο του είναι περισσότερο μια συζήτηση, μια μορφή επικοινωνίας με τον αναγνώστη. Ο συγγραφέας βοηθάει τον αναγνώστη να συμμετάσχει ως κοινωνός σε μια άλλη πραγματικότητα, αφού πρώτα διαμορφώνει, αναδιαμορφώσει, αναπροσανατολίζει την αναγνωστική του ικανότητα.  Ή όπως θα έλεγαν καλύτερα οι Iser και Jauss, πρέπει να υπάρχει μια διάδραση μεταξύ κειμένου και αναγνώστη. Με αυτό τον τρόπο δεν επιβάλλεται από τον συγγραφέα μια ερμηνεία ή ένα νόημα, αλλά η αναπαράσταση του περιβάλλοντος διευρύνει τις προσωπικές εμπειρίες, οδηγεί τον αναγνώστη σε διάφορες αναγνώσεις, στην εξαγωγή ενός φάσματος νοημάτων, για να απολαύσει στο τέλος τον λόγο του κειμένου ως έργο τέχνης.
 
Ο αναγνώστης βιώνοντας το κείμενο μέσα από τη δική του πραγματικότητα, ανταποκρίνεται στα καλέσματα του συγγραφέα για να εξοικειωθεί με τη συστηματική καλλιέργεια της προσδοκίας, με τα στοιχεία δομής, περιεχομένου και ύφους, γεμίζει τα κενά που έχουν αφεθεί επίτηδες ως καλέσματα, προσπαθεί να καταλάβει τη λογική δομή των προτάσεων, ώστε να διερευνήσει και να φωτίσει στη συνέχεια το κρυφό νόημα του κειμένου. Η συνοχή και η συμμετρία βοηθούν πολύ στην ερμηνευτική διαδικασία. Αν δεν περιέχει όλα τα παραπάνω, ο αναγνώστης δεν εμπλέκεται ενεργητικά στη αναγνωστική διαδικασία και το πιο σημαντικό, δε συνειδητοποιεί την ουσία και την αξία του κειμένου. Με αυτό τον τρόπο, ένα λογοτεχνικό κείμενο αποκτά αξία.

Με άλλα λόγια, η ανάγνωση είναι μια κοπιαστική διαδικασία που δεν ολοκληρώνεται μέσα σε λίγες σελίδες, ούτε καν σε λίγη ώρα. Η διαδικασία της ανάγνωσης απαιτεί ταλέντο, εξάσκηση και το πιο σημαντικό: υπομονή. Κι όπως έχει πει παλιότερα ο Harold Bloom, η τελευταία σελίδα μπορεί να ανατρέψει τα πάντα!

Κριτική βιβλίου: Βαγγέλης Γιαννίσης, Αμαρόκ, Εκδόσεις Διόπτρα, 2020


Ο Βαγγέλης Γιαννίσης αποτελεί το μοναδικό εκπρόσωπο της σύγχρονης σκανδιναβικής λογοτεχνίας στη χώρα μας. Ενώ, το άκρως πετυχημένο βιβλίο του “H γυναίκα από το Ισντάλ” που κυκλοφόρησε το Μάιο του 2019 δεν είχε προλάβει να ολοκληρώσει την εκδοτική του διαδρομή, λίγες μέρες πριν το Lockdown, κυκλοφόρησε ξαφνικά “Το Αμαρόκ”. 
Ο Γιαννίσης επανάφερε στη δράση τον επιθεωρητή της αστυνομίας της σουηδικής πόλης του Έρεμπο,  Άντερς Οικονομίδη. Ο στόχος του, αυτή τη φορά, επικεντρώνεται στο άνοιγμα της κλειστής υπόθεσης της δολοφονίας που είχε συνταράξει την τοπική κοινωνία του Χέλεφορς. Για την ακρίβεια, δώδεκα χρόνια πριν, η δεκαεξάχρονη Μαλίν είχε βρεθεί δολοφονημένη άγρια στις σχολικές τουαλέτες και τότε είχε κατηγορηθεί  ο Σομαλός επιστάτης του σχολείου Φαιζάλ Αμπντί. Όταν, όμως, αυτοκτονεί ξαφνικά η γυναίκα του Αμπντί, η σουηδική αστυνομία ξανανοίγει την υπόθεση, αναθέτοντας στον καλύτερο ερευνητή της να βρει τι πραγματικά συνέβη εκείνες τις τραγικές ημέρες.
Καταφεύγοντας στον ελεύθερο πλάγιο λόγο και με άνετη ρέουσα αφήγηση, παρατηρούμε τον Οικονομίδη έτοιμο να αντιμετωπίσει τα συναισθήματά του και τις ψυχικές αντιδράσεις των χαρακτήρων. Ο Γιαννίσης θα αναδείξει έναν παραμορφωμένο κόσμο που ζει βυθισμένος μονίμως στη σιωπή, δίνοντας αυτή τη φορά έμφαση στο νεωτερικό δίπολο κίνδυνος – ασφάλεια. Οι σύγχρονοι θεσμοί του σουηδικού κοινωνικού μοντέλου που προσφέρουν στους μετανάστες πολλαπλάσιες ευκαιρίες να απολαύσουν μια ασφαλή ζωή, απ’ ότι φαίνεται έχουν και τις σκοτεινές πτυχές τους. Η παρουσία των ξένων, ο υποσυνείδητος φόβος του αγνώστου, οι συσσωρευμένες ανησυχίες αποτελούν μια πηγή ανησυχίας και συνεχούς αβεβαιότητας για τη τοπική κοινωνία.   
Από τη δαιδαλώδη υπόθεση, καταλαβαίνουμε ότι το Αμαρόκ δεν είναι ένα βίαιο μυθιστόρημα. Είναι κάτι πολύ περισσότερο. Το επίκεντρο της ιστορίας του είναι ο ρατσισμός, ένα κοινωνικό φαινόμενο της εποχής μας, που όπως τελικά φαίνεται, απασχολεί όλες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Καθώς η έρευνα προχωράει, νέα στοιχεία αποκαλύπτονται, φανερώνοντας την προβληματική αστυνομική έρευνα της τότε εποχής, καθώς δυσμορφίες της τοπικής κοινωνίας βγαίνουν ξαφνικά στην επιφάνεια, αποδεικνύοντας ότι στην περίπτωση της Μαλίν δεν αποδόθηκε ποτέ πραγματική δικαιοσύνη.   
Όλα τα κεφάλαια συνθέτουν έναν κορμό με ενιαία δράση και πλοκή, γνώριμο χαρακτηριστικό των σύγχρονων αστυνομικών μυθιστορημάτων. Αυτό που πραγματικά ξεχωρίζει τον Γιαννίση από τους υπόλοιπους συγγραφείς της Ελληνικής λέσχης συγγραφέων αστυνομικής λογοτεχνίας είναι η διεισδυτική του ματιά στην καθεστηκυία τάξη της Σουηδίας (που θα μπορούσε άνετα να ήταν της Ελλάδας). Δεν παρουσιάζει πεσιμισμό, ούτε μοιρολατρεία. Απεναντίας, ο συγγραφέας μέσω του Οικονομίδη μας παρακινεί κάθε φορά να εξετάζουμε όλες τις πλευρές ενός εγκλήματος: οικονομική, πολιτική, θρησκευτική, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι σπάνια η ανθρώπινη κακία είναι ο πραγματικός ένοχος.  

Χρήσιμα διδάγματα από τους Βρετανούς βιβλιοπώλες του 18ου αιώνα

O Micheal Mann στο δεύτερο τόμο του βιβλίου «Οι πηγές της κοινωνικής εξουσίας» (εκδόσεις Πόλις) αναφέρει χαρακτηριστικά ότι κατά τον 18ο αιώνα στην Αγγλία παρατηρήθηκε ένα καινούργιο φαινόμενο: η διάδοση της κουλτούρας στις κατώτερες τάξεις, δηλαδή στις τάξεις των μικροαστών και των τεχνικών (η διανοητική ελίτ της εργατικής τάξης) και μάλιστα σε όλα τα περιφερειακά κέντρα της χώρας, παλιά και καινούργια. Ενώ, μέχρι τότε, το μεγαλύτερο μέρος του Βρετανικού πληθυσμού περιοριζόταν στην ανάγνωση, γραφή και αριθμητική, σταδιακά ξεκίνησε η διανοητική ανάπτυξη. «Ένας βιβλιοπώλης στο Birmingham περηφανευόταν το 1787 ότι το κατάστημά του διέθετε 30.000 τόμους» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Mann στη σελίδα 139. Αυτό σήμαινε ότι είχε ήδη εκδηλωθεί η επιθυμία του πληθυσμού να λάβει μια ακανόνιστη μόρφωση. Το ενδιαφέρον του κόσμου, συνεχίζει ο Mann, ήταν τόσο μεγάλο, που λίγα χρόνια μετά το 1800 υπήρχαν στη χώρα 600 βιβλιοθήκες με 50.000 ενεργά μέλη, όλων των κοινωνικών τάξεων, ενώ οι εφημερίδες βρίσκονταν σε όλα τα μαγαζιά που αποτελούσαν τόπους συνάθροισης.

Το συμπέρασμα του γνωστού κοινωνιολόγου για τον συγκεκριμένο αιώνα κατέληγε ότι καθώς η Μεγάλη Βρετανία έκανε τα πρώτα της βήματα ως ηγέτιδα δύναμη, μαζί με την οικονομία ξεκινούσε να αλλάζει και η κουλτούρα του πληθυσμού (προσοχή, όχι η παιδεία, αυτή παρέμεινε ακόμη ασφυκτικά κλεισμένη μέσα στους τοίχους των πανεπιστημίων). Όπως είχε αναφέρει παλιότερα και ο E. P. Thomson στο βιβλίο του «H συγκρότηση της αγγλικής εργατικής τάξης», η εργατική τάξη έκανε σοβαρές προσπάθειες να ξεφύγει από τον αναλφαβητισμό μέσω της δημιουργίας εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ειδικά για εργαζόμενους και οι μικροαστοί άφηναν στην άκρη τα θρησκευτικά αναγνώσματα για χάρη βιβλίων με σαφείς πολιτικές αναφορές. Ο Thomson εξυμνεί, όπως και ο Mann, τη συμβολή των βιβλιοπωλών στη διαμόρφωση της ταξικής συνείδησης, επειδή γύριζαν στις εργατικές συνοικίες των μικρών πόλεων και πουλούσαν φτηνά βιβλία και ριζοσπαστικά περιοδικά. Εκτός από το αποδεδειγμένο γεγονός ότι τα βιβλία βοήθησαν στη διάδοση των νέων ιδεών, είμαι σίγουρος ότι ολοένα και περισσότεροι Βρετανοί διεύρυναν το πνεύμα τους απλώς για να μαθαίνουν και να καταλαβαίνουν ευκολότερα τα νέα από το Λονδίνο, το μέρος όπου το Στέμμα και οι Λόρδοι του Συμβουλίου αποφάσιζαν για όλα τα ζητήματα. Οι αγγλικές κοινωνικές τάξεις κατέληξαν να διαβάζουν τα ίδια βιβλία ή να συζητούν πολλές φορές τις ίδιες ιδέες γιατί μπορεί να ήταν όλοι πολύ περίεργοι για το τι συνέβαινε όχι μόνο στο Νόρφολκ, αλλά και στη Τζαμάικα.      

Θα ήταν λάθος να νομίζουμε ότι η διάδοση της κουλτούρας δημιούργησε ένα ενιαίο, ομοιόμορφο αναγνωστικό κοινό. Οι Βρετανοί βιβλιοπώλες απέδειξαν πρώτοι τους λόγους που το βιβλίο είχε τη δύναμη να διαδραματίζει έναν σημαντικό ρόλο μέσα στην κοινωνική ανάπτυξη και συνοχή. Επίσης, έδειξαν τον τρόπο που η εμπειρία της ανάγνωσης μπορεί να συμβάλει στη διάχυση της νέας γνώσης. Ακόμη, απέδειξαν ότι το βιβλίο μπορεί μεν να συντηρήσει τα παραδοσιακά στοιχεία από τη μια πλευρά, αλλά μπορεί και να λειτουργήσει επίσης και ως μέσο προώθησης και διάδοσης των νέων τρόπων σκέψης, διαμορφώνοντας έτσι τις συνειδήσεις μιας κοινωνίας των πολιτών. Με άλλα λόγια, οι βιβλιοπώλες φρόντισαν για τη διαπαιδαγώγηση της κοινής γνώμης. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την αναφορά του Thomson, ότι βιβλιοπώλες συνέλεγαν ριζοσπαστικά πολιτικά περιοδικά ή μάθαιναν να χρησιμοποιούν τα Blue Books του Ανακτοβουλίου για να τα διαβάσουν μεγαλόφωνα μπροστά σε αναλφάβητους σε παμπ μια φορά την εβδομάδα. Ή τις έντονες λογομαχίες ανάμεσα σε αναγνώστες σχετικά με τα βιβλία του Βολταίρου ή του Κόμπετ γύρω από τους πάγκους των βιβλιοπωλών. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η διάδοση της κουλτούρας προς τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα ήταν μια συνειδητή επιλογή σε μια εποχή που η Αγγλία άλλαζε, αφού νέες πληροφορίες απ’ όλες τις γωνιές του κόσμου κατέφθαναν στα βρετανικά λιμάνια και η παιδεία απευθυνόταν σε λίγους. Οι βιβλιοπώλες έδειξαν τέλος, ότι μπορούν να αντιστέκονται στις κρατικές πολιτικές λογοκρισίας, ακόμη και στις οικονομικές επιβουλές και επιβολές. Όλα τα παραπάνω γεγονότα συνέβησαν, επειδή ίδρυσαν σταδιακά σε όλα τα σημαντικά περιφερειακά κέντρα της αγγλικής επαρχίας, ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία που διέθεταν πολλές φορές και λέσχες ανάγνωσης, με κύρια αποστολή την ενημέρωση του κοινού. Οι εφημερίδες μετέφεραν μεν στον πληθυσμό το τι γινόταν πίσω από τις κλειστές πόρτες του Κοινοβουλίου, αλλά τα βιβλία ήταν αυτά που εκπαιδεύανε το αναγνωστικό κοινό για τον τρόπο που θα αξιολογούσε τα γεγονότα και για να μην πέφτουν θύματα της προπαγάνδας ή των λαϊκιστών. Οι βιβλιοπώλες βοηθούσαν τους ενδιαφερόμενους να βρουν όχι μόνο το βιβλίο που αναζητούσαν, αλλά και βιβλία που θεωρούσαν ότι κάποιος έπρεπε να έχει διαβάσει, όπως τα βιβλία του Τόμας Πέιν.

Τα διδάγματα που πρέπει να κρατήσουμε, εμείς οι βιβλιοπώλες του 21ου αιώνα, είναι ότι δεν παίζει ρόλο που ζούμε σε μια εποχή έντονων τεχνολογικών εξελίξεων. Αυτό που έχει αλλάξει είναι ο τρόπος ενημέρωσης του αναγνωστικού κοινού. Το περιεχόμενο των βιβλίων παραμένει ακόμη η κύρια ουσία της βιβλιοπαραγωγής και είναι αυτό που βοηθάει στο να δημιουργούμε μια σύγχρονη κοινωνία. Ευτυχώς, τώρα, οι εκδοτικοί οίκοι έχουν φροντίσει να υπάρχει μια πρωτοτυπία και μια ποικιλομορφία στη βιβλιοπαραγωγή που ικανοποιεί όλα τα αναγνωστικά στάδια του κοινού. Όμως, όπως είδαμε και από τους συναδέλφους του 18ου αιώνα, το κάθε βιβλίο είναι ξεχωριστό και δεν μπορείς να εφαρμόσεις τον ίδιο κανόνα προώθησης σε όλες τις περιπτώσεις, προκειμένου να προσεγγίσεις το αναγνωστικό κοινό. Επίσης, η διαφήμιση και η δημιουργία εντυπώσεων δεν είναι τα μοναδικά στοιχεία που θα κάνουν γνωστό ένα βιβλίο. Τα μυστικά που μένουν αναλλοίωτα με το πέρασμα των αιώνων συνοψίζονται στα εξής σημεία: α)στους ευσυνείδητους και ενημερωμένους βιβλιοπώλες και β)ο παλιός καλός τρόπος «από στόμα σε στόμα» παραμένει ακόμη ο θεμέλιος λίθος της διαφήμισης της εκδοτικής βιομηχανίας. Με αυτό τον τρόπο, ένας βιβλιοπώλης θα βοηθήσει τον αναγνώστη να εντοπίσει το κατάλληλο βιβλίο ως επαρκώς αντάξιο του χρόνου και της προσοχής του, ώστε να το αγοράσει. Έτσι, κάθε βιβλίο περιμένει τον αναγνώστη του.              

Κριτική βιβλίου: Richard Westfall – Η ζωή του Ισαάκ Νεύτωνα, μετάφραση: Διονύσης Γιαννίμπας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2000.

Το 1642 αποτελεί το σημαντικότερο έτος της επιστήμης. Τον Ιανουάριο πεθαίνει ο Γαλιλέος και τον Δεκέμβριο γεννιέται ο Νεύτων. Είναι ο επιστήμονας που συνεχίζει το έργο του Γαλιλέου και οδηγεί στην επιστήμη σε καινούργιο επίπεδο. Η προσφορά του στην επιστημονική γνώση έγκειται στο γεγονός ότι ενέταξε την εμπειρία και το πείραμα ως το αληθινό θεμέλιο της ερευνών, κάτι που ισχύει μέχρι τις μέρες μας. Αυτό σημαίνει ότι τα μαθηματικά δεν αποτελούν πλέον τον καθοριστικό παράγοντα της επιστήμης. Ο Ισαάκ Νεύτων είναι η σημαντικότερη επιστημονική προσωπικότητα της Αγγλίας.

Η επιστημονική σκέψη κατά τον 17ο αιώνα, είχε προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό. Σημαντικό γεγονός υπήρξε η ίδρυση θεσμών (η Βασιλική Εταιρία στην Αγγλία ιδρύθηκε το 1662, ενώ η γαλλική Ακαδημία Επιστημών το 1666), μέσω των οποίων κατέστη δυνατόν να συγκεντρωθεί όλη η επιστημονική γνώση, να παρέχεται  προστασία, καθώς και τα μέσα στους φυσικούς επιστήμονες, ώστε να διεξάγουν πειράματα και να ανταλλάσσονται γόνιμες απόψεις σχετικά με διάφορες θεωρίες. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Νεύτωνας ενώ είχε αφομοιώσει την καρτεσιανή ορθολογιστική αντίληψη σαν τρόπο σκέψης και το μηχανιστικό-πειραματικό πρόγραμμα του Άγγλου Μπόυλ (Robert Boyle, 1627-1691), χρησιμοποίησε την πειραματική μέθοδο του Γαλιλαίου για να διατυπώσει τις θεωρίες του. 

Ο Νεύτωνας δημοσίευσε το 1687 την δίτομη πραγματεία του Μαθηματικές αρχές της φυσικής φιλοσοφίας. Τα συμπεράσματα του προήλθαν έπειτα από συνεχή πειράματα και παρατηρήσεις και τεκμηριώθηκαν με βάση τα μαθηματικά, προκειμένου να μην επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος.  Μέσω του Νεύτωνα, η επιστημονική μέθοδος ενισχύθηκε σημαντικά, αφού προϋποθέτει την παρατήρηση ως τον μοναδικό αξιόπιστο οδηγό καταγραφής των φαινομένων. Η εμπειρική επαγωγή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέθοδος για να περιγράψουμε τα διάφορα φυσικά φαινόμενα και να εκφέρουμε ασφαλή συμπεράσματα. Επίσης, αναγνωρίστηκε η συμβολή της γεωμετρίας ως δικλείδα ασφαλείας στις μετρήσεις, διότι το ανθρώπινο μυαλό δεν μπορεί να συλλάβει όλες τις ιδιότητες της φύσης και ενώ ελλοχεύει ο κίνδυνος να οδηγηθούμε σε λάθος συμπεράσματα, τα μαθηματικά με τις τεχνικές τους μπορούν να αποδείξουν αν σφάλουμε. Πάνω σε αυτή τη βάση, διατύπωσε την περίφημη φράση “Hypothesis non fingo”, απορρίπτοντας έμμεσα την καρτεσιανή φιλοσοφία, με την έννοια ότι δεν αποδέχεται καμία μεταφυσική θεωρία που να δικαιολογεί την εξήγηση των φαινομένων. Η νευτώνεια επαγωγική μέθοδος θεωρεί ότι η επιστήμη είναι ο μοναδικός τρόπος για να περιγράψουμε την φύση.    


Συνέντευξη: Γιάννης Χρονόπουλος

Ο Γιάννης Χρονόπουλος από το 2007 έχει συγγράψει βιβλία και άρθρα σχετικά με την αρχαιότητα, τον βυζαντινό και ευρωπαϊκό Μεσαίωνα και την ελληνική και ευρωπαϊκή ιστορία του 19ου και 20ού αιώνα. Έγινε γνωστός στον χώρο των γραμμάτων λόγω των «Ιστορικών» της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας, των Εκδόσεων Περισκόπιο και των «Ελλήνων Ιστορικά» του Ελεύθερου Τύπου. Σήμερα είναι ο διευθυντής του εκδοτικού οίκου Historical Quest και συγγραφέας της σειράς «Βυζαντινοί Αυτοκράτορες – Στρατηγοί». Με αφορμή τα τελευταία γεγονότα της επικαιρότητας για την εκκλησία της Αγίας Σοφίας, ο κος Χρονόπουλος μας μεταφέρει στην εποχή του Ιουστινιανού και μας εξιστορεί τους λόγους που κατασκευάστηκε.

  1. Ενώ, τα σημαντικότερα επιτεύγματα της βασιλείας του Ιουστινιανού είναι η κωδικοποίηση των ρωμαϊκών νόμων και η ανασύσταση της παλιάς Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ο περισσότερος κόσμος τον γνωρίζει για την κατασκευή της Αγίας Σοφίας. Γιατί, κατά τη γνώμη σας συμβαίνει αυτό;

Η κατασκευή της Αγίας Σοφίας έχει κάνει τον Ιουστινιανό γνωστό διότι αποτελεί το πιο διαχρονικά χειροπιαστό επίτευγμα που επιβιώνει ως τις ημέρες μας. Ενώ τα άλλα επιτεύγματά του ήταν πρόσκαιρα (η ανασύσταση μεγάλου τμήματος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας) ή ενσωματώθηκαν σε μεταγενέστερες θεσμικές μορφές (η κωδικοποίηση του ρωμαϊκού δικαίου αποτέλεσε τη βάση για το ευρύτερο δυτικό δίκαιο). Η Αγία Σοφία ορθώνεται περίτρανη ανά τους αιώνες, ένα μοναδικό αρχιτεκτονικό, θρησκευτικό και εν γένει, πολιτισμικό επίτευγμα, που θαμπώνει με την ακτινοβολία της όλο τον κόσμο.

2. Τι σημαίνει, τελικά, η εκκλησία της Αγίας Σοφίας για τη Βυζαντινή αυτοκρατορία και τι συμβολίζει για τον χριστιανικό κόσμο;

Για τη Βυζαντινή αυτοκρατορία η Αγία Σοφία,ίσως το υπέρτατο σύμβολο της πολιτικής και θρησκευτικής ιδεολογίας της, το υπέρτατο επίτευγμά της μέσα από το οποίο εκφράστηκε η Ορθοδοξία, ο ένας από τους πλέον σημαντικούς πυλώνες της. Για το χριστιανικό κόσμο, αναντίρρητα, αποτελεί ένα μοναδικό σημείο αναφοράς, όπως και ο καθεδρικός του Αγίου Πέτρου στο Βατικανό. Έστω κι αν ευρίσκεται υπό καθεστώς αιχμαλωσίας, έστω κι αν για τους μη ορθόδοξους χριστιανούς δεν έχει την ίδια συναισθηματική αξία, όπως έχει για τον ορθόδοξο ελληνισμό.

3.Θεωρείτε ότι είναι το σημαντικότερο πολιτιστικό επίτευγμα του βυζαντινού πολιτισμού;

Οι Έλληνες της κλασσικής αρχαιότητας επιχείρησαν μέσα από την αρχιτεκτονική τους να εκφράσουν την αρμονία εφαρμόζοντας το μέτρο, χρησιμοποιώντας τον ορθό λόγο εμπνεόμενοι από τις αξίες της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Οι Βυζαντινοί, δηλαδή, ο μεσαιωνικός ελληνισμός, που δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της διαδικασίας ελληνοποίησης της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μέσα από την κατασκευή της Αγίας Σοφίας, εξέφρασαν την προσπάθειά τους να εκφράσουν το υπέρλογο μυστήριο της διδασκαλίας του Χριστού, την προσπάθεια του ανθρώπου να έρθει σε επαφή με το θείο και να εκφράσει τη σχέση του μ’ αυτό. Υπ’ αυτή την έννοια, η Αγία Σοφία είναι το σημαντικότερο πολιτιστικό επίτευγμα του βυζαντινού πολιτισμού, αν και δεν είναι το μόνο.

Η διάσωση της κλασσικής κληρονομιάς, η αναχαίτιση της ορμής του Ισλάμ των πρώτων αιώνων, η δημιουργία ενός μοναδικού πολιτισμού, του βυζαντινού, η σύζευξη δηλαδή του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού με τον χριστιανισμό, και η εν γένει υπερχιλιετής προσφορά στις τέχνες, στα γράμματα και στην πολιτική κληρονομιά αποτελούν, περιληπτικά, κάποια από τα πολιτιστικά επιτεύγματα του βυζαντινού πολιτισμού.

4. Μπορείτε να μας περιγράψετε τους λόγους που ώθησαν τον Ιουστινιανό να κατασκευάσει εκ νέου το οικοδόμημα της Αγίας Σοφίας;

Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός θέλησε την κατασκευή της Αγίας Σοφίας διότι έτσι θα διατρανωνόταν η οριστική εδραίωση του Χριστιανισμού ως η επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας. Σε συνάρτηση με τα στρατιωτικά επιτεύγματα του Βελισάριου στη βόρεια Αφρική, στην Ιταλία εναντίον των Βανδάλων και των Οστρογότθων και στους πολέμους με τους Σασσανίδες Πέρσες, την κωδικοποίηση του ρωμαϊκού δικαίου, η κατασκευή της Αγίας Σοφίας σφράγιζαν το απόγειο της ισχύος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας εκείνη την εποχή σε στρατιωτικό, πολιτικό – διοικητικό και πνευματικό επίπεδο.

5. Μήπως, πρέπει να θεωρούμε το έτος 537 ως το έτος που ολοκληρώθηκε η θρησκευτική πολιτική του Ιουστινιανού; Τον βλέπουμε αμέσως μετά από το συγκεκριμένο έτος να μειώνονται αισθητά οι θρησκευτικοί διωγμοί στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας και να στέλνει οργανωμένα τους πρώτους ιεραπόστολους στους βαρβαρικούς λαούς.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει ουσιαστικά το 537, η μακρά πορεία του σχηματισμού της Ορθοδοξίας, που ξεκίνησε με τον Κωνσταντίνο Α΄ τον Μέγα, φτάνει ουσιαστικά στην ολοκλήρωσή της με τον Ιουστινιανό. Οι αιρέσεις των επόμενων αιώνων δεν είναι σε θέση να την κλονίσουν με αποφασιστικό τρόπο. Αυτά βέβαια, ωσότου, ξεσπάσει η Εικονομαχία τον 8ο αιώνα, μία ανελέητη εσωτερική σύγκρουση, που κλόνισε και λίγο έλειψε να αφανίσει τη Βυζαντινή αυτοκρατορία και την Ορθοδοξία.

Σας ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας.