Κριτική βιβλίου: Δημοσθένης Παπαμάρκος – Γκιακ, (1η παρούσα έκδοση) εκδόσεις Πατάκη, 2020.

«Στο χωριό γύρισα το φτινόπωρο του εικοσιδό. Εκεί προς τα τέλη, με τα πρώτα κρύα. Γύρισα μ’ άλλους χωριανούς κι όταν φτάσαμε φιληθήκαμε και τράβηξε ο καθείς για το σπίτι τ’.» (σελ. 55)

Με αυτά τα λιτά λόγια μας περιγράφει ο συγγραφέας Δημοσθένης Παπαμάρκος (γενν. 1983) την άφιξη των Ελλήνων στρατιωτών από το μέτωπο της Μικρασίας στο πιο γνωστό του δημιούργημα με τον περίεργο τίτλο «Γκιακ». Μαζί πήγανε οι χωριανοί από την ευρύτερη περιοχή της Μαλεσίνας Φθιώτιδας στη Χαλκίδα για να εκπαιδευτούν στις τεχνικές μάχης, μαζί πολέμησαν στα Λαμιώτικα τάγματα Πεζικού στις εσχατιές του Αφιόν Καραχισάρ, μαζί επέστρεψαν πίσω στις οικογένειες τους. «Φιληθήκανε» αναφέρει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας, μια λέξη πανίσχυρη που κρύβει μέσα της τόσες πολλές προεκτάσεις. Μπορεί άραγε να χρησιμοποιηθεί αυτή η πανέμορφη λέξη στα βιβλία που αναφέρονται σε πολεμικές εκστρατείες και σε μπαρουτοκαπνισμένους στρατιώτες;  Ναι, φυσικά, ακόμη κι εκεί. Αποχαιρετιστήριο φιλί άλλωστε σημαίνει ότι αφήνω πίσω μου βιώματα και εμπειρίες και επιστρέφω πίσω στις παλιές μου συνήθειες.

Προσωπικά θεωρώ τη συγκεκριμένη συλλογή διηγημάτων του Παπαμάρκου ως ένα από τα καλύτερα βιβλία της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας των τελευταίων δέκα ετών. Μέσα σε μόλις μόνο 200 σελίδες, ο συγγραφέας αναφέρει τις ζωές (πριν και μετά), τα αισθήματα, τις πιο μύχιες σκέψεις των πρωταγωνιστών που όλοι τους συνδέονται με τον κρίκο της εμπειρίας τους στα πεδία μαχών της μικρασιατικής εκστρατείας. Μεταφέρει με λέξεις επιτυχώς τις περιπέτειες και τα βιώματα εκείνων των αμούστακων αγοριών που άφησαν στα 19 τους τον μικρόκοσμο των χωριών τους στον κάμπο της Λοκρίδας, υπάκουγαν τις διαταγές των Θηβαίων αξιωματικών τους και εντρυφήσαν για τα καλά στη μακάβρια τέχνη του πολέμου. Συνήθως, έχουμε μάθει να διαβάζουμε τέτοια θέματα σε βιβλία της ξένης πεζογραφίας. Ο Παπαμάρκος όμως κάνει πρωταγωνιστές εκείνους τους απλοϊκούς ανθρώπους, που έλαβαν μέρος σ’ μια επική εκστρατεία, αλλά λόγω του δυσάρεστου αποτελέσματος, δεν την επαναφέρουμε συχνά στη μνήμη μας. Κατορθώνει να μας δώσει μια σύντομη, αλλά πολύ δυνατή γεύση από τις όποιες πολεμικές ιστορίες λέγονταν ακόμη στην εποχή μας στα μέρη όπου μεγάλωσε.

Οι ιστορίες από το Γκιακ (που στα αρβανίτικα σημαίνει αίμα, φυλή, δεσμός συγγένειας, αλλά και φόνος που γίνεται για λόγους εκδίκησης) ειπωμένες σε ρεαλιστική αφήγηση στο τοπικό ρουμελιώτικο ιδίωμα, όχι μόνο τιμούν την λογοτεχνικού τύπου προφορική παράδοση, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τον Παπαδιαμάντη, αλλά ξεχωρίζουν γιατί είναι γραμμένα ως αναστοχαστικοί μονόλογοι, έχοντας ως μοναδικό αποδέκτη τον αναγνώστη. Τα διηγήματα λαμβάνουν πολλές μορφές τη μορφή των δημοτικών τραγουδιών, τη λαϊκή αυτή ποίηση που εξιστορεί με αισθητικό τρόπο τα πάθη, τις λύπες, τις χαρές και τις ηρωϊκές πράξεις των Ελλήνων. Ταυτόχρονα, όμως, περικλείουν όλες τις πτυχές τις κοινωνικής και ιστορικής της τότε εποχής και των δύο πλευρών του Αιγαίου, με σκοπό να καθαρίσουν επιτέλους οι συνειδήσεις και να δούμε τα πράγματα όπως πραγματικά ήταν.     

«Στο τόπο που ‘μαστε τώρα, ο Κανόνας δεν πιάνει, αλλιώτικος ο τόπος, αλλιώτικα φερόμαστε» (σελ. 32) αναφέρει κάποια στιγμή ένας στρατιώτης με ήδη σκοτεινό παρελθόν στη πατρίδα. Κι στην πραγματικότητα το ερώτημα που πλανιέται στο μυαλό των αναγνωστών σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης είναι ένα: κατά πόσο είχαν αλλάξει αυτοί οι στρατιώτες από τον πόλεμο; Ο Παπαμάρκος σε αυτό το σημείο είναι κατηγορηματικός. Οι στρατιώτες σίγουρα έχαναν ενίοτε τον προσανατολισμό τους και βρέθηκαν πολλές φορές μπροστά σε απερίγραπτα ηθικά διλλήματα, αφού αναγκάστηκαν να ενηλικιωθούν με τον πιο δύσκολο τρόπο, δεσμευμένοι πάντοτε από τη παράδοση του «Γκιακ».  Όμως, αυτοί οι στρατιώτες που γαλουχήθηκαν με τις οικογενειακές αξίες της υπαίθρου, κατόρθωσαν να μεταφέρουν έναν πιο ηθικό τρόπο συμπεριφοράς και σε εκείνους τους μακρινούς τόπους. Μπορεί να αναγκάστηκαν πολλές φορές να βάψουν τα χέρια τους με αίμα, επειδή ακολουθούσαν διαταγές, αλλά προσπαθούσαν ταυτόχρονα να αποδείξουν στον εαυτό τους ότι παρέμειναν ηθικά ακέραιοι άνδρες σε ανήθικους καιρούς μέσω των ατομικών τους πράξεων.

 Όπως καταλαβαίνουμε από τη διήγηση, μόλις επέστρεψαν, άφησαν πίσω τους όλες τους τις εμπειρίες και δεν ξαναμίλησαν γι’ αυτές παρά μόνο όταν αναγκάστηκαν για διάφορους λόγους. Στα δικά μου μάτια, αυτοί οι στρατιώτες φάνηκαν ανώτεροι των περιστάσεων όχι μόνο γιατί έπρεπε να μάθουν να ζουν μαζί με τα άσχημα βιώματα του πολέμου κάτω από πολλές δυσκολίες σε ένα νέο τρόπο ζωής, αλλά, επειδή μπόρεσαν να σπάσουν τον κύκλο του Γκιακ που επέβαλλαν άκριτα τόσους αιώνες οι κλειστές κοινωνίες τους. Όταν κατέφταναν τα πρώτα καραβάνια των εξαθλιωμένων προσφύγων από τη Μικρασία και αντιμετώπιζαν την καχυποψία των ντόπιων, οι πρώτοι που έτρεξαν να τους φροντίσουν, ήταν εκείνοι οι βετεράνοι πολέμου. Δεν ξέχασαν ποτέ πόσο καλά τους είχαν φερθεί εκεί στη Σμύρνη. Γιατί, γι’ εκείνους τους στρατιώτες η ανθρωπιά -και όχι πλέον η εκδίκηση- αποτελούσε το πρώτο τους μέλημα.        

Κριτική βιβλίου

Μαριέττα Δ. Μινώτου – Η Ελλάδα στο σταυροδρόμι των ευρωπαϊκών επιλογών 1957 – 1959: Η απόφαση της κυβέρνησης Κωνσταντίνου Καραμανλή για τη σύνδεση με την ΕΟΚ, πρόλογος: Π.Κ. Ιωακειμίδης, Σειρά: Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική, εκδόσεις Παπαζήση, 2019.

Η εμπεριστατωμένη μελέτη της Μαριέττα Μινώτου Λέκτορα του Τμήματος Αρχειονομίας, Βιβλιοθηκονομίας και Μουσικολογίας του Ιονίου Πανεπιστημίου έρχεται να καλύψει ένα κενό της βιβλιογραφίας σχετικά με την σχέση Ελλάδας και Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η παρούσα μελέτη καλύπτει το χρονικό παρασκήνιο (1957 – 1959) της στρατηγικής επιλογής του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή για την σύνδεση της χώρας μας με το νεοπαγές σχήμα της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ), αντί της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ). Η κεντρική θεματολογία του βιβλίου επικεντρώνεται στους λόγους που η Ελλάδα ήταν η πρώτη χώρα που ξεκινούσε διαπραγματεύσεις με την τότε ΕΟΚ χωρίς να διαθέτει βαριά βιομηχανία. Η μελέτη της Μινώτου αν και ξεκίνησε ως διατριβή, τελικά ανέλυσε μια χρονική περίοδο που μέχρι την παρούσα στιγμή -η ιστοριογραφία για την ευρωπαϊκή πολιτική του Καραμανλή εξαντλούνταν σε μονογραφίες- οι ακαδημαϊκές έρευνες επικεντρωνόταν στην ανάμειξη του στο Κυπριακό ζήτημα. Η συγγραφέας αναλύοντας όλες τις διαθέσιμες πηγές, ελληνικές και ξένες, φωτίζει τους βασικούς άξονες της ολοκληρωμένης στρατηγικής που οδήγησαν με επιτυχία στην σύνδεση αρχικά και την πλήρη ένταξη το 1981.

Διαβάζοντας το βιβλίο καταλαβαίνουμε ότι η Ελλάδα ανέκαθεν ενδιαφερόταν για τις πολιτικές εξελίξεις της ευρωπαϊκής ηπείρου και ως παράδειγμα μπορούμε να αναφέρουμε την πλούσια δράση του Ελευθερίου Βενιζέλου. Στα βήματα του βάδισε και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υιοθετώντας πλήρως την φιλοσοφία του πάνω σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Ακροβατώντας ανάμεσα στις ισχυρές αμερικάνικες πιέσεις, στις επιθυμίες του βασιλιά Παύλου και στα σοβιετικά ερεθίσματα μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας, ο Καραμανλής αναζήτησε τρόπους οικονομικής ενίσχυσης και τεχνογνωσίας από την «κλειστή λέσχη» των χωρών της Δυτικής Ευρώπης που διέθεταν βαριά βιομηχανία. Γνωρίζοντας τις ανάγκες της ελληνικής επαρχίας και τις αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης, ο Καραμανλής ξεκίνησε μια σειρά προσωπικών επαφών με την Γερμανία, Γαλλία και Ιταλία, προβάλλοντας τον ξεκάθαρο ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας. Έχοντας ως συνεργάτες ένα μικρό, αλλά πολύ ικανό επιτελείο δημόσιων αξιωματούχων, ο Καραμανλής παρουσίασε επιτυχώς τις ελληνοκεντρικές θέσεις, επιδεικνύοντας με αυτόν τρόπο την πεποίθηση μιας χώρας που επιθυμεί να αναπτυχθεί ως κράτος σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα και να συμμετέχει ισότιμα στις μελλοντικές ευρωπαϊκές εξελίξεις. Το τολμηρό βήμα της Ελλάδας που προσπαθούσε να ξεφύγει από το περιθώριο, αναγνωρίστηκε τελικά από τις χώρες της ΕΟΚ γιατί δέχτηκαν να συνδεθούν μαζί της το 1961 και να της παρέχουν άμεση οικονομική υποστήριξη.

Αυτή την θέση υποστηρίζει και μας υπενθυμίζει στον πρόλογό του βιβλίο ο καθηγητής Π.Κ. Ιωακειμίδης. Η Ελλάδα δεν πρέπει να παρουσιάζεται και να αντιμετωπίζεται ως «ειδική περίπτωση» μέσα στο περιβάλλον της ΕΕ. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ήταν η πρώτη χώρα που ζήτησε να συνδεθεί με την ΕΟΚ. Επίσης, με την ένταξή της βοήθησε στην περαιτέρω εξέλιξη της, μέσω της συμβολής της στην δημιουργία των πρώτων προγραμμάτων κοινωνικής αλληλεγγύης και της οικονομικής ενίσχυσης που ανέπτυξε η ΕΟΚ. Κρίνοντας την ελληνική πλευρά, ο αναγνώστης καταλαβαίνει ξεκάθαρα ότι οι διαπραγματεύσεις ήταν επιτυχής, επειδή διεξήλθαν με όραμα, σκληρή δουλειά, εξωστρέφεια και φυσικά ολοκληρωμένη στρατηγική.

Κριτική βιβλίου: Emily Mackil – Creating a common polity: Religion, Economy, and Politics in the making of the Greek Koinon, Εκδόσεις University of California Press, Berkeley, 2013.

Η επικράτηση του Φιλίππου Β’ στη Μάχη της Χαιρώνειας (338) δεν έφερε, όπως πιστεύεται, την παρακμή του θεσμού των πόλεων-κρατών στην Ελλάδα. Απεναντίας, δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για την εξέλιξη του συγκεκριμένου πολιτειακού θεσμού σε αυτόν των ομοσπονδιακών κρατών ή αλλιώς όπως είναι περισσότερο γνωστός των Κοινών. Ιδιαίτερα μετά τον θάνατο του Μέγα Αλεξάνδρου και την έναρξη του Λαμιακού πολέμου το 323, τα Κοινά άρχισαν να θεωρούνται ως υπολογίσιμες πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα. Ενώ όπως ο Θουκυδίδης (1) πρώτος αναφέρει, τα Κοινά είχαν κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο (431-404) τοπικό χαρακτήρα και βασίζονταν στη συνεργασία των πόλεων με κοινή φυλετική καταγωγή, οι νέες πολιτικές συνθήκες οδήγησαν στη βαθμιαία εξάπλωση τους. Η καθιέρωση της μόνιμης συνεργασίας και η αύξηση των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των διάφορων ελληνικών πόλεων-κρατών σε τομείς όπως η οικονομία και η εξωτερική πολιτική με στόχο τη διατήρηση της πολιτικής ανεξαρτησία τους, κρίθηκε από τους ιστορικούς τόσο επιτυχημένη, ώστε να αποτελέσει ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της Ελληνιστικής περιόδου (2).

Ανέκαθεν οι ελληνικές πόλεις-κράτη, οργανώνονταν σε στρατιωτικές (Συμμαχία) ή θρησκευτικές (Αμφικτυονία) οντότητες, άλλοτε με χαλαρά και άλλοτε με αυστηρά περιγράμματα, με σκοπό την καλύτερη εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους. Όμως, η ραγδαία αύξηση της Μακεδονικής επιρροής, -ιδιαίτερα μετά τη νικηφόρα έκβαση της εκστρατείας του Αλεξάνδρου στην Ανατολή- στις αποφάσεις των πολιτειακών ζητημάτων της κεντρικής και νότιας Ελλάδας, οδήγησε σε νέου είδους εξελίξεις (3). Όπως ο Walbank (4) σημειώνει, η ξαφνική μετάβαση εξουσίας από τις παραδοσιακές ηγεμονίες (Αθηναϊκή, Σπαρτιατική, Θηβαϊκή) του παρελθόντος στις πανίσχυρες μοναρχίες των επιγόνων αποτέλεσαν την έναρξη μιας διαδικασίας ενοποιήσεων και συγχωνεύσεων πόλεων-κρατών, με σκοπό τον σχηματισμό μιας ενιαίας πολιτείας (Κοινά) για να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την Μακεδονική ισχύ. Τα νέα δεδομένα αναπροσάρμοσαν τις σχέσεις των πόλεων-κρατών στο θρησκευτικό – οικονομικό – πολιτειακό επίπεδο, αφού οι παραδοσιακές έννοιες όπως αυτάρκεια, αυτονομία και πολίτης αποκτούσαν νέα σημασία μέσα στο ελληνικό κοινωνικό γίγνεσθαι.   

Για τις σημαντικές αλλαγές που συντελέστηκαν μέσα σε αυτή τη δαιδαλώδη χρονική περίοδο προσπαθεί να μας κατατοπίσει η καθηγήτρια του πανεπιστημίου του Berkeley Ε. Mackil, ώστε να ερμηνεύσουμε ευκολότερα τα διάφορα γεγονότα που αντιμετώπισαν τα Κοινά κατά τον 2ο και 3ο αιώνα. Το βιβλίο της αποτελεί μέρος πολύχρονης έρευνας πάνω στα ελληνικά Κοινά, όπου και παρουσιάζει τις τελευταίες εξελίξεις σε διάφορες πτυχές τους. Η πρώτης της βιβλιογραφική εμφάνιση είχε γίνει στο βιβλίο των Funke και Beck (5), αναλύοντας διεξοδικά την οικονομική πτυχή της λειτουργίας αυτού του πολιτειακού φαινομένου. Όμως, αυτή τη φορά, η αναφορά της δεν περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο τομέα, αλλά επεκτείνεται εξίσου τόσο στο θρησκευτικό, όσο και στο πολιτειακό μέρος. Με μεστό λόγο στην επιστημονική επιχειρηματολογία της, η Mackil τοποθετεί στο επίκεντρο της ανάλυση της τα θεμελιώδη ερωτήματα που χαρακτηρίζουν τις μελέτες των Συμπολιτειών και είναι η ανεύρεση α)των τρόπων ανάπτυξης ενός Κοινού και β)των λόγων που οι περισσότερες πόλεις της Ελλάδας ενταχθήκαν σε κάποιο Κοινό. Οπότε, μέσω της μελέτης των γεγονότων των γνωστότερων Συμπολιτειών, όπως αυτών του Βοιωτικού, του Αχαϊκού και το Αιτωλικού Κοινού, παρουσιάζονται οι λόγοι που οι Έλληνες θέλησαν να ξεπεράσουν οριστικά τα χρόνια προβλήματα του παρελθόντος, διατηρώντας , όμως, παράλληλα απαράλλαχτες τις βασικές αξίες του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, οι οποίες είναι αυτές της ελευθερίας και της αυτονομίας.

Η Mackil μελετάει το θεσμό των Συμπολιτειών κυρίως μέσα από τις επιγραφές που έχουν βρεθεί στις αρχαιολογικές ανασκαφές και παραθέτει τις σημαντικότερες στο παράρτημα του βιβλίου. Με αυτό τον τρόπο μαθαίνουμε για τον τρόπο λειτουργίας των Κοινών, αφού οι αποφάσεις που λήφθηκαν από τα αρμόδια ομόσπονδα όργανα στόχευαν στην διεκπεραίωση διάφορων εσωτερικών ή εξωτερικών προβλημάτων, τα οποία αφορούσαν τόσο τους πολίτες τους, όσο και την ενίσχυση της πολιτικής τους θέση έναντι του βασιλείου της Μακεδονίας ή των άλλων Κοινών. Η Mackil προσθέτει τα δικά της συμπεράσματα δίπλα σε αυτά του Walbank και του Larsen (6), αποδεικνύοντας τους τρόπους που η θρησκεία, το εμπόριο και η καταγωγή χρησιμοποιήθηκαν ως τακτικές άσκησης της εξωτερικής πολιτικής, άλλοτε για να προωθήσουν την εμβάθυνση και τη συνοχή μεταξύ των διάφορων πόλεων-κρατών και άλλοτε να ενισχύσουν την γεωγραφική εξάπλωση μέσω των προσχωρήσεων νέων μελών. Παρατηρούμε τον τρόπο που διάφορα εμπορικά, πολιτιστικά ακόμη και μυθικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν -ανάλογα με τις συγκυρίες-, από τα Κοινά προκειμένου να καθιερωθούν σαν υπολογίσιμες στρατιωτικές και πολιτικές δυνάμεις στην διπλωματική σκακιέρα στον χώρο της Ελλάδας. Σαν παράδειγμα μπορούμε να αναφέρουμε την εκμετάλλευση εκ μέρους των Αιτωλών της νίκης τους έναντι των Γαλατών το 279 και την ραγδαία αύξηση της επιρροής τους επί της Δελφικής Αμφικτιονίας. Επίσης, άλλο σημαντικό παράδειγμα είναι η ανάλυση της συλλογιστικής πίσω από την καθιέρωση της νομισματικής πολιτικής των Κοινών, η οποία σε αντίθεση πχ με το Ευρώ και τον αναπτυξιακό του χαρακτήρα, είχε –όπως αποδεικνύεται- καθαρά συμβολικό χαρακτήρα και στόχευε στην αντικατάσταση των διάφορων άλλων νομισμάτων.   

Η μελέτη των ελληνικών Κοινών επανήλθε στην επικαιρότητα, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια λόγω των συζητήσεων που γίνονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τα θέματα εμβάθυνσης και συνοχής, οπότε το βιβλίο της Mackil μας προσφέρει την ευκαιρία για τη περαιτέρω μελέτη του θέματος, λόγω της ανάλυσης παρόμοιων πολιτικών κατά την Ελληνιστική περίοδο. Η επιχειρηματολογία της μας υπενθυμίζει τους τρόπους λειτουργίας των Συμπολιτιειών -μέσω της καθολικής και δημοκρατικής συμμετοχής των πόλεων-μελών, την υπερδραστήρια προσωπικότητα του Στρατηγού των Αχαιών Αράτου (7), μέχρι και τον νέο τρόπο εφαρμογής παραδοσιακών θεσμών όπως της ασυλίας της προξενίας και της ισοπολιτείας, ώστε να ερμηνεύσουμε καλύτερα κάποια σύγχρονα ευρωπαϊκά ζητήματα της τρέχουσας επικαιρότητας. Γενικότερα όμως, η ανάλυση και οι παρατηρήσεις της εμπλουτίζουν τις ιστορικές μας γνώσεις σχετικά με την κατάσταση στο γεωγραφικό χώρο της Ελλάδας πριν την έλευση των Ρωμαίων.

Παραπομπές

1. Θουκυδίδης, Γ’ 94.

2. Siewert P., Η ομοσπονδία στον ελληνικό κόσμο μέχρι το 338 πΧ, απόσπασμα στο Aigner-Foresti L., Δουκελλής Π., Siewert P., Zecchini G. (επιμ), Ομοσπονδίες στον αρχαίο κόσμο – Ιδέες και πράξη, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα, 2004, σελ. 28-29.

3. Buraselis K., απόσπασμα στο Buraselis K./Zoumboulakis (eds), The idea of European community in history.

4. Walbank F. W., Ο ελληνιστικός κόσμος, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1999, σελ 197.

5. Mackil E., The economics of federation in the ancient world, απoσπασμα στο Beck H. / Funke P. (eds) Federalism in Greek antiquity, Cambridge University Press, United Kingdom, 2015.  

6. Larsen J. O., Greek federal states. Their institutions and history, Oxford, United Kingdom, 1968. 7. Πλούταρχος, Βίοι παράλληλοι: Άρατος – Αρταξέρξης, εκδ. Κάκτος,

Κριτική βιβλίου: Ρενέ Ντεκάρτ – Λόγος περί της Μεθόδου, Εισαγωγή – μετάφραση – σημειώσεις: Χριστόφορος Χρηστίδης, Εκδόσεις Παπαζήση, 2η έκδοση, 1976.

Με αφορμή την ημερομηνία θανάτου του φιλόσοφου Ντεκάρτ (Rene Descartes) στις 11 Φεβρουαρίου του 1650,  παραθέτουμε τους λόγους που το «Σκέφτομαι άρα υπάρχω» (cogito ergo sum) άλλαξε τον τρόπο που στοχαζόμαστε.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ο Ντεκάρτ προσπάθησε μέσα από τα έργα του να δώσει μια νέα κατεύθυνση στην επιστήμη. Η νέα επιστημονική προσέγγιση όπως αυτή διατυπώθηκε κυρίως στο έργο του «Λόγος περί της μεθόδου» (1637), δεν εντάσσεται απλώς στην εξεύρεση ενός καλύτερου τρόπου μελέτης της φύσης, αλλά βρισκόταν πιο κοντά στο πνεύμα της «κοπερνίκειας επανάστασης» και είχε σκοπό να απαλλάξει την φιλοσοφική σκέψη της επιστήμης από κάθε ίχνος θεολογικού στοιχείου. Ο Ντεκάρτ αποδεχόταν την άποψη του Γαλιλαίου ότι το σύμπαν είναι ορθολογικά δομημένο και γραμμένο στην γλώσσα των μαθηματικών. Συνεπώς, ο Γάλλος μαθηματικός αμφισβητούσε τις ήδη υπάρχουσες γνώσεις, ενώ προσπαθούσε ταυτόχρονα να βρει την κατάλληλη επιστημονική μέθοδο που να υπηρετεί τον έλεγχο της εγκυρότητας της γνώσης. Όπως παρατηρούμε από την ανάλυση της καρτεσιανής μεθοδολογίας, βασικό στοιχείο αποτελεί ο στοχασμός. Με βάση το παραπάνω σκεπτικό, ο Ντεκάρτ διατυπώνει την περίφημη βασική του αρχή «σκέφτομαι άρα υπάρχω[1]» (cogito ergo sum), για να μας επισημάνει ότι ο νους αποτελεί ξεχωριστή υπόσταση από το υπόλοιπο σώμα. Δηλαδή, χρησιμοποιώντας τον νου, ο άνθρωπος μπορεί να βλέπει καθαρά, απαλλαγμένος από κάθε είδους συναισθήματα και τις πλάνες που δημιουργούν οι αισθήσεις[2]. Η κατανόηση της πραγματικότητας πρέπει να είναι απόσταγμα της ορθής σκέψης για να μην να δημιουργούνται αμφιβολίες στον συλλογισμό μας.   Τέλος, να αναφέρουμε ότι η διαφωνία του Ντεκάρτ με την βρετανική φιλοσοφία του εμπειρισμού εντοπίζεται κυρίως στην διαδικασία της επαγωγικής μεθόδου, λόγω των περιορισμένων ορίων της ανθρώπινης φύσης. Η καρτεσιανή θεωρία δεχόταν μόνο την επιβεβαίωση των μαθηματικών στον τρόπο λειτουργίας της φύσης.


[1] Descartes R., Λόγος περί της μεθόδου για την καλή καθοδήγηση του λογικού μας και την αναζήτησης της αλήθειας στις επιστήμες, εκδόσεις Παπαζήση, σελ. 32-33.[2] Ομοίως, σελ. 58-61.

Κριτική βιβλίου: Don DeLillo – Η σιωπή, μετάφραση: Ζωή Μπέλλα – Αρμάου, Εκδόσεις Gutenberg, 2020.



Τελικά, πολλοί συγγραφείς αποδεικνύονται προφητικοί. Ένας από τους καλύτερους αμερικανούς συγγραφείς αυτή τη στιγμή, ο Don DeLillo κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες το καινούργιο του διήγημα με τον λιτό τίτλο «Η σιωπή». Είχε ξεκινήσει να το γράφει το 2018 και το ολοκλήρωσε λίγες μέρες πριν η επιδημία του ιού Covid λάβει τις γνωστές εφιαλτικές διαστάσεις στις ΗΠΑ. Η ιστορία τοποθετημένη το 2020 αυτή τη φορά, ο DeLillo καταπιάνεται με το θέμα των ανθρωπίνων σχέσεων και την εξάρτησή μας από την τεχνολογία. Οι πέντε καθημερινοί ήρωες του σύντομου μυθιστορήματος, απασχολημένοι στις μικρές τους συνήθειες, αιφνιδιάζονται, όταν το ηλεκτρικό ρεύμα κόβεται ξαφνικά. Όλοι αναρωτιούνται τι πραγματικά συνέβη και πότε θα λήξει όλο αυτό και το πιο σημαντικό πώς θα επιστρέψουν στην κανονικότητα. Η σιωπή εγκαθίσταται πλέον στις πόλεις, αφού ερημώνουν οι δρόμοι, θυμίζοντας πάρα πολύ τη φετινή πραγματικότητα της καραντίνας. Ο DeLillo βραβευμένος από τη δεκαετία του 1980 με το σημαντικότερο λογοτεχνικό βραβείο της χώρας του, το National Book Award, έγραψε το πρώτο διήγημα σε ηλικία 24 ετών το 1966, όταν τα αγαθά του αμερικάνικου καπιταλισμού αποκτούσαν σταδιακά πολιτιστική σημασία. Ως αποτέλεσμα, ο λόγος του έχει σημαντική βαρύτητα, αφού το επίκεντρο του συγγραφικού του έργου είναι η κριτική των εκάστοτε κοινωνικών ηθών, ανιχνεύοντας πάντα την αντίληψη των συμπατριωτών του για τον κόσμο. Μυθιστόρημα με πολιτικές αποχρώσεις, το οποίο δεν αφήνει κανέναν ασυγκίνητο.   

Η παρουσίαση του βιβλίου είναι δημοσιευμένη στο περιοδικό YELLOWBOX που κυκλοφορεί στα περίπτερα.