Συνέντευξη: Γιάννης Κυζιρόπουλος

Το δεύτερο συγγραφικό δημιούργημα του Γιάννη Κυζιρόπουλου (Στη Γη της αιώνιας θλίψης, εκδόσεις Πνοή, 2020) ήταν σίγουρα ένα από αυτά τα βιβλία που απασχόλησαν πολύ τη βιβλιόφιλη κοινότητα κατά την περσινή χρονιά. Σίγουρα το είδατε να αναφέρεται σε προτεινόμενες προτάσεις ανάγνωσης, ακόμη και στις εβδομαδιαίες λίστες ευπώλητων γνωστών βιβλιοπωλείων. Όταν ολοκλήρωσα όμως την ανάγνωση, κατάλαβα τους λόγους που κέρδιζε τόσο εύκολα την προσοχή όλων. Είναι ένα από τα λίγα δυστοπικά μυθιστορήματα που γράφτηκαν τα τελευταία χρόνια που σε βάζουν, κατά τη γνώμη μου, να σκεφτείς πολύ τόσο για τη σύγχρονη εξελικτική πορεία της κοινωνίας μας, όσο και για την ποιότητα των προσωπικών μας αξιών σε ανέντιμους καιρούς.

  1. Πότε νοιώσατε για πρώτη φορά ανάγκη να εκφραστείτε μέσα από το γράψιμο;

Με παιδικό, αστείο κι αφελή τρόπο στα 12 μου· με στιχάκια και μικρές ιστορίες που διαδραματίζονταν στο σύμπαν του Τόλκιν. Με εφηβικό στα 14 μου, γράφοντας ασύνδετες ιστορίες και σκέψεις μου σε ένα ανώνυμο μπλογκ που διατηρούσα ως αναγκαίο μέσο ψυχοθεραπείας. Και κάπως πιο οργανωμένα, και συνειδητοποιημένα, στα 19 μου. Τότε ξεκίνησα να γράφω το «Από μέσα Πεθαμένοι».

2. Ποια ήταν τα πρώτα βιβλία που διαβάσατε;

Ήμουν μοναχοπαίδι, και περνούσα αρκετές ώρες στο δωμάτιό μου χωρίς παρέα· έτσι «αναγκάστηκα», κατά κάποιον τρόπο, να αγαπήσω τη λογοτεχνία, ήταν η συντροφιά μου. Ανάμεσα στα πρώτα, και σίγουρα πιο βαθιά χαραγμένα στη μνήμη μου, ήταν το «Εμένα με νοιάζει», τα «Ξύλινα Σπαθιά» και κάποιοι τόμοι μυθολογίας που μου διάβαζε ο πατέρας μου κάθε βράδυ.

3. Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;

Δε θα μπορούσα να διαλέξω έναν. Σίγουρα, όμως, ανάμεσα στους 5 πιο αγαπημένους μου θα βρίσκονταν ο Καζαντζάκης και ο Έσσε.

4. Ο αγαπημένος λογοτεχνικός ήρωας;

Ομολογώ πως δε θα ήθελα να το μοιραστώ με κανέναν αυτό, θα αποκάλυπτε πάρα πολλά για μένα. Μια πιθανή απάντηση, ωστόσο, θα ήταν το «σχεδόν κάθε ήρωας του Ντοστογιέφσκι».

5. Ποιο βιβλίο θεωρείτε ως αριστούργημα;

Δεν είναι το πιο αριστουργηματικό που έχω διαβάσει, αλλά ήταν το πρώτο βιβλίο που θεώρησα αριστούργημα στην εφηβεία μου. «Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι».

6. Καθοριστικότερο ρόλο στη συγγραφή πιστεύετε ότι παίζουν οι επιρροές ή η έμπνευση;

Πιστεύω ότι ο κάθε άνθρωπος συνιστά αμάλγαμα των επιρροών του. Από τα οικογενειακά ερεθίσματα της παιδικής ηλικίας μέχρι και το τελευταίο στιγμιότυπο της μέρας που αποτυπώνεται σιωπηλά στο υποσυνείδητο. Η έμπνευση είναι ο —τις περισσότερες μέρες— δυσεύρετος διακόπτης που επιτρέπει την —λιγότερο ή περισσότερο— ελεγχόμενη διαρροή αυτού του συναισθηματικού και πνευματικού χυλού που ονομάζουμε ψυχή.

7. Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι ζουν πολλές ζωές μέσα από τη λογοτεχνία;

Ο Εντουάρντο Χάουρεγκι έχει πει πως «αυτός που έχει διαβάσει χίλιες ιστορίες, έχει ζήσει χίλιες ζωές». Νομίζω ότι δε θα μπορούσα να το εκφράσω καλύτερα.

8. Πότε αυτό που κάνουμε για το κέφι μας γίνεται δουλειά;

Εν προκειμένω , όταν λάβουμε συνειδητά την απόφαση να σεβαστούμε τον εαυτό μας αλλά και τον αναγνώστη. Εξαρτάται, βέβαια, κι από το τι ορίζει ο καθένας «δουλειά», και κατά πόσο συνιστά γι’ αυτόν ανάγκη έκφρασης ή απλώς χόμπι το γράψιμο.

9. Υπάρχουν βιβλία στη βιβλιοθήκη σας στα οποία αρέσει να ξαναδιαβάζετε κάθε τόσο;

Αν και δε συνηθίζω να ξαναδιαβάζω ένα βιβλίο (από το άγχος μου να διαβάσω όσα περισσότερα και διαφορετικά μπορώ), υπάρχουν κάποια λίγα που συνιστούν τους «ιερούς τόπους» μου, τα καταφύγιά μου, και ανατρέχω σε αυτά όταν το έχω ανάγκη. Κάποια από αυτά τα επισκέπτομαι από την παιδική μου ηλικία, όπως τον «Μικρό Πρίγκιπα» ή το «Μέσα από τον σκοτεινό καθρέφτη».

10. Τι διαβάζετε αυτή τη περίοδο;

Την «Απόσταση Ασφαλείας», της εξαιρετικής Αμάντα Σβεμπλιν. Έξυπνη γραφή, ξεχωριστή.

Κριτική βιβλίου

Νίκος Θέμελης – Τριλογία (Η Αναζήτηση, Η Ανατροπή, Η Αναλαμπή), εκδόσεις Μεταίχμιο.

Τα βιβλία της τριλογίας (Η Αναζήτηση, Η Ανατροπή, Η Αναλαμπή) του Νίκου Θέμελη (1947-2011), καλύπτουν τη χρονική περίοδο της ελληνικής ιστορίας από το 1880 έως και το 1935.

Τα βιβλία του Θέμελη ανήκουν στην κατηγορία του ρεαλιστικού μυθιστορήματος. Με τον όρο ρεαλιστικό μυθιστόρημα εννοούμε ότι τα στοιχεία που επιλέγει ο συγγραφέας για τη συνοχή και την εξιστόρηση των γεγονότων βασίζονται σε μια ρεαλιστική ιστορία κατά την οποία η πλοκή, οι χαρακτήρες και το σκηνικό μας μεταφέρουν στην πραγματική ζωή των καθημερινών ανθρώπων, είτε σε παλαιότερες εποχές, είτε στο σύγχρονο κόσμο που ζούμε. Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι ο όρος «ρεαλιστικό» δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η ιστορία είναι αληθινή, αλλά ότι θα μπορούσε να έχει συμβεί.

Διαβάζοντας τα τρία μυθιστορήματα του Θέμελη, παρατηρούμε έναν ελληνισμό που βρίσκεται σε διαρκή κίνηση. Ανθρώπους που προσπαθούν να ανέλθουν κοινωνικά, να ανέβουν την κλίμακα της αστικής κοινωνίας. Οι πρωταγωνιστές των μυθιστορημάτων ζουν στη σκιά της βιομηχανικής επανάστασης, του μακεδονικού αγώνα, της ρωσικής επανάστασης, του γλωσσικού ζητήματος, τους Βαλκανικούς πολέμους, τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον Εθνικό Διχασμό, τη Μικρασιατική καταστροφή και τέλος την οικονομική κρίση του 1932. Οι τοποθεσίες στην «Αναζήτηση» περιλαμβάνουν τη Ζαγόρι, τη Μυτιλήνη, τη Σμύρνη, τη Μανησά της Μ. Ασίας και την Αθήνα, στην «Ανατροπή» τα Σιάτιστα και την Οδησσό, ενώ «Η Αναλάμπή» διαδραματίζεται κυρίως στην Αθήνα. Οι ήρωες αφενώς καλούνται να ξεπεράσουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, την απώλεια αγαπημένων προσώπων, την απώλεια της περιουσίας τους και αφετέρου να ξαναδημιουργήσουν τη ζωή τους σε έναν καινούριο τόπο. Κάποιοι κατορθώνουν να βγουν αλώβητοι από τις συνέπειες αυτών των γεγονότων, κάποιοι άλλοι όμως αδυνατούν να αντιμετωπίσουν αυτές τις κρίσεις και λυγίζουν. Έρχονται αντιμέτωποι με καταστροφές και καλούνται να συνεχίσουν τις ζωές τους και μετά από αυτές.

Η δύναμη της παιδείας, κοινό μοτίβο που επανέρχεται και στα τρία έργα μας ωθεί σε μια εσωτερική αναζήτηση για το πόσο αυτή μπορεί να επηρεάσει τον άνθρωπο, αλλά και το πόσο απαραίτητη είναι σε αυτόν. Η παιδεία, σύμφωνα με την τριλογία μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην ελευθερία, στην ευτυχία, στην ολοκλήρωση της προσωπικότητας του. Μόνο και μόνο γι’ αυτό το τόσο σημαντικό μήνυμα αξίζει να διαβάζουμε ξανά και ξανά τα μυθιστορήματα του Νίκου Θέμελη.

Συνέντευξη: Τεύκρος Μιχαηλίδης

Για να είμαι ειλικρινής, θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό που ανακάλυψα σχεδόν αμέσως τη μαγεία του πρώτου μυθιστορήματος του συγγραφέα Τεύκρου Μιχαηλίδη με τον πρωτότυπο τίτλο «Πυθαγόρεια εγκλήματα». Όποιος το έχει διαβάσει, γνωρίζει από πρώτο χέρι ότι πρόκειται για ένα ασυνήθιστο αστυνομικό μυθιστόρημα. Δεν υπάρχει όμοιό του, είναι πραγματικά μοναδικό. Ο συγγραφέας στην πρώτη του κιόλας απόπειρα, κατορθώνει να συνδυάσει επιτυχώς τα νουάρ στοιχεία με τα μαθηματικά, περιέχοντας ταυτόχρονα πολλά ιστορικά στοιχεία. Κάνοντας ωραία χρήση της γλώσσας σε συνδυασμό με τη άκρως πρωτότυπη ιστορία, ο αναγνώστης εισέρχεται στην εποχή της Μπελ Επόκ, μέσω της εξιστόρησης των προσωπικών ιστοριών των δύο βασικών χαρακτήρων της υπόθεσης. Τι συνέβη, τελικά, στον Στέφανο Κανταρτζή; Το ερώτημα δεν είναι τόσο απλό και η απάντηση περιέχει πολλά φιλοσοφικά στοιχεία.

Ο Τεύκρος Μιχαηλίδης θυμάται τις ημέρες που έγραφε τα «Πυθαγόρεια εγκλήματα» και μας εξιστορεί ενδιαφέρουσες ιστορίες.





·        Το 2006 κυκλοφόρησε το πρώτο σας μυθιστόρημα με το τίτλο «Πυθαγόρεια εγκλήματα». Τι θυμάστε από εκείνη την περίοδο;

Ήταν μια περίοδος γενικής ευφορίας. Κοιμόμασταν πάνω στις δάφνες της Ολυμπιάδας· οι περισσότεροι δεν υποπτεύονταν την καταστροφή που θα έφερνε μέσα σε λίγα χρόνια η ολυμπιακή ασυδοσία. Στενεύοντας τον κύκλο, θυμάμαι ακόμα τα πρώτα βήματα του «Θαλής+Φίλοι», το συνέδριο στο Μουσείο Μπενάκη, την πρώτη καλοκαιρινή συνάντηση «Ιστορίες αγνώστων» στην Πάρο, τις πρώτες λέσχες ανάγνωσης. 


·        Τι ήταν, λοιπόν, εκείνο που αρχικά σας παρακίνησε να γράψετε;

Η επιθυμία να γράψω μια «μαθηματική» ιστορία ήταν παλιά. Σκόρπια κομμάτια από τα Πυθαγόρεια Εγκλήματα είχαν γεννηθεί ήδη από τα φοιτητικά μου χρόνια σε βεγγέρες, σε  ταβέρνες, σε καταστρώματα καραβιών. Υποθέτω πως, χωρίς να το καταλάβω, είχε ωριμάσει μέσα μου η ιδέα ενός μυθιστορήματος. Σίγουρα η απήχηση που είχαν τα Μαθηματικά Επίκαιρα, μια συλλογή δοκιμίων όπου διάβαζα με «μαθηματικό μάτι» την επικαιρότητα, αποτέλεσε σημαντική ενθάρρυνση. 


·        Εκείνη την περίοδο, το ελληνικό αναγνωστικό κοινό ανακάλυπτε σταδιακά τη σουηδική σχολή, ενώ εξίσου δημοφιλές ήταν και το μεσογειακό νουάρ. Ποιοι ήταν οι λόγοι που σας οδήγησαν να γράψετε αστυνομικό μυθιστόρημα με έντονο μαθηματικό άρωμα;

Αν επιχειρούσα να χαρακτηρίσω τα «Πυθαγόρεια Εγκλήματα» θα έλεγα ότι είναι κατά βάση ένα μαθηματικό – ιστορικό αφήγημα. Φυσικά οι δύο φόνοι που αλληλοεπιδρούν – ίσως ο σωστός όρος είναι διαλέγονται – δια μέσου 23 αιώνων δεν μπορεί παρά να εντάξει το βιβλίο και στα αστυνομικά. Ωστόσο η αστυνομική φόρμα ήταν περισσότερο ένα λειτουργικό μέσο για να διατάξω το υλικό μου παρά ο στόχος μου. Δεν νομίζω λοιπόν ότι τα Πυθαγόρεια Εγκλήματα επηρεάστηκαν από την αστυνομική λογοτεχνία της εποχής τους.


·        Θυμόσαστε ποια βιβλία διαβάζατε τότε;

Αθηνά Κακούρη (Πριμαρόλια – Θέκλη), Λία Μεγάλου Σεφεριάδη (Σαν το μετάξι, Γλυκιά καλοκαιριάτικη βραδιά), Γερτρούδη Στάιν (Η αυτοβιογραφία της Άλις Τόκλας). Από αστυνομικά διάβαζα P. D. James, Ellis Peters (μοναχός Κάντφελ) και Καμιλιέρι. Διάβαζα ακόμα πολλά βιβλία για να φωτίσω διάφορες πλευρές των υπό εκκόλαψη Πυθαγόρειων Εγκλημάτων.


·        Ως νέος συγγραφέας, τότε, θέλατε να δώσετε περισσότερο έμφαση στη μορφή του κειμένου ή στη πλοκή της ιστορίας;

Πιστεύω ότι με ενδιέφερε περισσότερο η πλοκή παρά η μορφή. Βέβαια, όπως μας δίδαξε η Τζέιν Ώστεν αυτό που διακρίνει τη λογοτεχνία από την απλή αφήγηση είναι κυρίως η μορφή.


·        Υπάρχει κάποια ιστορία που αξίζει να μάθει τώρα το αναγνωστικό κοινό;

Δεν ξέρω αν αξίζει, αλλά αυτή η λεπτομέρεια δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή: Οι δυο κεντρικοί ήρωες, ο Στέφανος Κανταρτζής και ο Μιχαήλ Ιγερινός γνωρίστηκαν στο Διεθνές Συνέδριο Μαθηματικών του 1900. Στην παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα, ανέφερα ότι δεν γνωρίζω αν υπήρξαν πράγματι Έλληνες που παρακολούθησαν αυτό το συνέδριο. Τότε έλαβε το λόγο η κυρία Χριστίνα Φίλη, καθηγήτρια στο Πολυτεχνείο,  και μας ενημέρωσε ότι όντως υπήρξε ένας Έλληνας που συμμετείχε στο συνέδριο και ότι ονομαζόταν… Στέφανος. Το περίεργο είναι πως το επίθετό του ήταν Στέφανος ενώ το μικρό του ήταν Κυπάρισσος. Πολλά χρόνια αργότερα βρήκα τα πρακτικά του συνεδρίου και επαλήθευσα ότι όντως ο Έλληνας μαθηματικός Κυπάρισσος Στέφανος συμμετείχε στο συνέδριο.


·        Ποια είναι τα σοβαρότερα λάθη που κάνατε τότε και ξέρετε τώρα ότι δεν πρέπει να τα επαναλάβετε;

Δεν έχω αντιληφθεί και κανένας δεν μου υπέδειξε κάποιο σοβαρό λάθος.


·        Έχετε να πείτε κάτι ιδιαίτερο στους νέους συγγραφείς τώρα;

Δεν νομίζω ότι έχω κατακτήσει κάποια σοφία  που να μου επιτρέπει να δίνω συμβουλές. Ίσως μονάχα ένα σχόλιο: γράφουμε γιατί το έχουμε ανάγκη. Αν τύχει η δουλειά μας να συγκινήσει κάποιους αναγνώστες, καλώς. Αν όχι, δεν πειράζει. Η προσωπική χαρά του γραψίματος μένει.
·       

Ο επίλογος δικός σας.
Γράφω γιατί αυτό με διασκεδάζει, με βοηθά να ταξιδεύω στο χώρο και το χρόνο, μου δίνει την ευκαιρία να διοχετεύσω τη χαρά και την οργή μου, την αγάπη και το μίσος μου. Γράφω γιατί αυτό με βοηθά να περνάω καλά.
Ευχαριστώ πολύ  
 


Συνέντευξη: Βαγγέλης Γιαννίσης

Το πρώτο βιβλίο του δημοφιλή συγγραφέα του σύγχρονου ελληνικού αστυνομικού μυθιστορήματος Βαγγέλη Γιαννίση κυκλοφόρησε μόλις το 2014. Ακόμη θυμάμαι τη στιγμή που άνοιγα την κούτα με τις καινούργιες κυκλοφορίες του εκδοτικού οίκου της Διόπτρας και ξεχώρισε αμέσως στα μάτια μου από τα υπόλοιπα βιβλία, λόγω του τίτλου. Συνήθως, τέτοιοι τίτλοι επιλέγονται για τα αστυνομικά μυθιστορήματα της αμερικάνικης σχολής. Όμως, το ντεμπούτο βιβλίο του Βαγγέλη ξεχώρισε τελικά και στις προτιμήσεις του αναγνωστικού κοινού, όχι μόνο λόγω του τίτλου, αλλά κυρίως της θεματολογίας του. Επηρεασμένος θα έλεγα τόσο από το δημοσιογραφικό πνεύμα, όσο και τη λογοτεχνική γραφή του Σουηδού Χένινγκ Μάνκελ (1948-2015), μας υπενθύμισε τότε ότι όλες οι κοινωνίες, ακόμη και πιο προοδευτικές όπως αυτή της Σουηδίας, κρύβουν επιμελώς τις σκοτεινές πτυχές τους και παρουσιάζουν μια διαφορετική εικόνα προς τα έξω. Πέρα από τις άφθονες κοινωνιολογικές αναλύσεις που προσφέρει το «Το μίσος», αξίζει να διαβαστεί και λόγω του πρωταγωνιστή τον Άντερς Οικονομίδη, ο οποίος στέκεται πλέον υπερήφανα και αυτόνομα, ανάμεσα στους καλύτερους λογοτεχνικούς χαρακτήρες της ελληνικής πεζογραφίας που μας συστήθηκαν τα τελευταία έτη.

Ο Βαγγέλης Γιαννίσης ξεκλέβει λίγο χρόνο από τις υποχρεώσεις του και θυμάται την εποχή του πρώτου του βιβλίου.

  • Το 2014 κυκλοφόρησε το πρώτο σας μυθιστόρημα με το τίτλο «Το μίσος». Τι θυμάστε από εκείνη την περίοδο;

Ένα ανάμικτο συναίσθημα χαράς και φόβου. Χαράς, επειδή είχε πραγματοποιηθεί κάτι που θεωρούσα ότι ήταν απίθανο να γίνει και φόβου επειδή το να εκδίδεις ένα βιβλίο σημαίνει ευθύνη.

  • Τι ήταν, λοιπόν, εκείνο που αρχικά σας παρακίνησε να γράψετε;

Η βαρεμάρα (που με ανάγκασε να βρω τρόπο να περνάω δημιουργικά την ώρα μου) και τα αστυνομικά μυθιστορήματα που διάβαζα.

  • Ποιοι ήταν οι λόγοι που σας οδήγησαν να γράψετε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα κοντά στη σκανδιναβική σχολή;

Αφενός το γεγονός πως διάβαζα μετά μανίας μυθιστορήματα Σκανδιναβών συγγραφέων, αφετέρου το ότι εκείνη την περίοδο έμενα στη Σουηδία, οπότε το περιβάλλον μου ήταν κάτι παραπάνω από οικείο.

  • Θυμόσαστε ποια βιβλία διαβάζατε τότε;

Σίγουρα κάποιο βιβλίο στα αγγλικά που θα έβρισκα στην τοπική δανειστική βιβλιοθήκη. Τώρα ποιο ήταν… Θυμάμαι πάντως ποιο βιβλίο διάβαζα όταν έμαθα πως θα εκδοθεί το δικό μου. Ήταν ο εκατοντάχρονος που πήδηξε από το παράθυρο και εξαφανίστηκε.

  • Κρύβεται κάποιος συμβολισμός πίσω από τον τίτλο του μυθιστορήματος;

Ναι -αλλά γιατί να κάνουμε σπόιλερ αποκαλύπτοντάς τον;

  • Υπάρχει κάποια ιστορία που αξίζει να μάθει τώρα το αναγνωστικό κοινό;

Πάντα υπάρχουν και θα υπάρχουν. Όπως και θα υπάρχουν άνθρωποι που θα ψάχνουν γι’ αυτές.

  • Ποια είναι τα σοβαρότερα λάθη που κάνατε τότε ως πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας και ξέρετε  ότι δεν πρέπει να τα επαναλάβετε;

Έγραφα δίχως πρόγραμμα, όποτε «είχα έμπνευση». Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι για να κάνεις αυτή τη δουλειά σοβαρά και επαγγελματικά δεν γράφεις «όποτε σου έρχεται έμπνευση», αλλά καθημερινά, με πρόγραμμα.

  • Πώς ήταν να προσπαθείς να προωθήσεις το βιβλίο σου κατά το 2014;

Ήταν terra incognita για μένα, μιας και δεν είχα την παραμικρή επαφή με τον χώρο. Ευτυχώς είχα άτομα από τον εκδοτικό μου που με καθοδηγούσαν. Δεν ήμουν μόνος.

  • Τι σημαίνει για σας τώρα «Το μίσος»;

Τα πάντα. Είναι το γεγονός που άλλαξε τη ζωή μου προς το καλύτερο.

  • Ο επίλογος δικός σας.

Είναι ακόμη νωρίς για να γραφτεί επίλογος. Πάμε γι’ άλλα.

Το τελευταίο μυθιστόρημα του Βαγγέλη Γιαννίση «Λεωφόρος Αλεξάνδρας 173» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διόπτρα.

Συνέντευξη: Γρηγόρης Αζαριάδης

Το πρώτο αστυνομικό μυθιστόρημα που έγραψε ο Γρηγόρης Αζαριάδης «Παλιοί λογαριασμοί» ξεχώρισε από τα βιβλία της αντίστοιχης κατηγορίας εκείνης της χρονιάς. Γιατί συνέβη αυτό; Διότι, βλέπετε, τη συγκεκριμένη περίοδο κυριαρχούσε το σκανδιναβικού τύπου αστυνομικό μυθιστόρημα στις προτιμήσεις του ελληνικού αναγνωστικού κοινού. Και, ξαφνικά, ο Αζαριάδης κάνει την έκπληξη: μας υπενθύμισε ότι το μεσογειακό νουάρ είχε ακόμη πολλές ιστορίες να αφηγηθεί. Έτσι, σταδιακά, το βιβλίο γνώρισε μεγάλη επιτυχία -για τα δεδομένα ενός πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα- ταξίδεψε από στόμα σε στόμα, συνοδευόμενο πάντα από θετικά σχόλια. Ο συγγραφέας θυμάται τις δύσκολες συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφτηκε και με αφορμή αυτές τις αναμνήσεις, δίνει κάποιες πολύ χρήσιμες συμβουλές στους ενδιαφερόμενους που θέλουν να γράψουν το πρώτο τους βιβλίο.

Το 2012 κυκλοφόρησε το πρώτο σας μυθιστόρημα με το τίτλο «Παλιοί λογαριασμοί». Τι θυμάστε από εκείνη την περίοδο;

Είναι μια από τις περιόδους που δεν θέλεις να θυμάσαι. Μόλις έχω μείνει άνεργος, αντιμετωπίζω οικονομικό πρόβλημα και νοιώθω περιθωριοποιημένος κοινωνικά, στα εξήντα μου χρόνια. Μαύρες σκέψεις για ένα αβέβαιο μέλλον, που περισσότερο μου θυμίζει καταραμένους ρομαντικούς ποιητές με συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης. Δεν βλέπω κανένα τρόπο να διοχετεύσω την οποιαδήποτε ενέργεια κρύβω μέσα μου και η συνάντηση με τον Σάμη Γαβριηλίδη, παλιό φίλο και τεράστιο εκδότη, που δυστυχώς δεν είναι πια ανάμεσα μας, μου δίνει μια μικρή διέξοδο, μια αχτίδα φωτός στο σκοτεινό τούνελ με την μορφή της έκδοσης των «Παλιών λογαριασμών» … Ανάσα ζωής …

Τι ήταν, λοιπόν, εκείνο που αρχικά σας παρακίνησε να γράψετε;

Ξεκίνησα να διαβάζω από τα 15 μου. Περισσότερο βιβλία με πολιτικό κοινωνικό περιεχόμενο και λιγότερο αστυνομικά. Μετά από δυο τρία χρόνια, συνειδητοποίησα ότι το μίγμα είχε έρθει σε ισορροπία και τα αστυνομικά κέρδιζαν έδαφος στα ενδιαφέροντα μου. Και μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου και την μεγάλη προσωπική αμφισβήτηση και απομυθοποίηση της καθημερινής πρακτικής της πολιτικής και των πολιτικών, τα αστυνομικά μυθιστορήματα απορρόφησαν το μέγιστο μέρος του αναγνωστικού μου χρόνου. Όταν συμπλήρωσα την ανάγνωση του 1000στου αστυνομικού, άρχισα να κάνα επικίνδυνες σκέψεις. Να γράψω δηλαδή κι εγώ ένα τέτοιο μυθιστόρημα. Και τότε το τόλμησα !

Ο λόγος τελικά που άρχισα να γράφω το 1977, δεν ήταν άλλος από την αγάπη μου για τα αστυνομικά μυθιστορήματα, που ξεκίνησα να διαβάζω από τα 15 χρόνια μου και που μετά τα 22 μου έγιναν πραγματικά εμμονή.

Με δυο λόγια, αναζητήστε τους υπεύθυνους, που με ώθησαν στην συγγραφή, ανάμεσα στον Τσάντλερ, τον Μανσέττ, τους Σγιεβάλ- Βαλέε και τον Μανκέλ.

Εκείνη την περίοδο, στην αστυνομική λογοτεχνία ήταν πολύ δημοφιλής η σουηδική σχολή. Κι όμως, εσείς διηγηθήκατε μια ιστορία βγαλμένη από το μεσογειακό νουάρ. Ποιοι ήταν οι λόγοι που σας οδήγησαν σε αυτή την επιλογή.

Την εποχή του 2012 όντως η σκανδιναβική σχολή είχε ήδη απογειωθεί. Αλλά, όπως είπαμε οι «Παλιοί λογαριασμοί» γράφτηκαν πρώτη φορά το 1977. Κι εκείνη την εποχή, αυτό το αμφιλεγόμενο είδος που αποκαλείτε «μεσογειακό νουάρ» αναπτυσσόταν με πολύ δυναμικό τρόπο. Περισσότερο βέβαια με επηρέασε το γαλλικό νεοπολάρ, που σαν υποείδος ήταν πολύ επηρεασμένο από το κίνημα του Γαλλικού Μάη, πιο σκληρό, πολιτικοποιημένο με ευρύτερες κοινωνικές αναφορές σε θέματα διαφθοράς και διαπλοκής. Θεωρώ ότι οι «Παλιοί λογαριασμοί», μπορεί να έχουν κάποια κοινά στοιχεία με το αποκαλούμενο μεσογειακό νουάρ, αλλά έχουν πολύ περισσότερα με το νεοπολάρ. Αυτή τουλάχιστον ήταν η δική μου πρόθεση. Δείτε ότι στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα δεν έχουμε να κάνουμε με την καταγγελία της διαφθοράς, την απονομή της δικαιοσύνης, αλλά με την τιμωρία, την εκδίκηση και τελικά την αυτοδικία έστω και μέσα από μια «επαναστατική πρακτική».

Θυμόσαστε ποια βιβλία διαβάζατε τότε;

Διάβαζα μανιωδώς Χάμεττ και περισσότερο Τσάντλερ, ακόμη πιο μανιωδώς Μανσέττ και άρχιζα την γοητευτική περιήγηση στον κόσμο των Σγιεβάλ Βαλέε. Και βέβαια είχα διαβάσει Μαρή και Μάρκαρη και πιο πίσω την ΜΑΣΚΑ και τον Κορίνη. Από όλα αυτά, ο Τσάντλερ ήταν η μεγάλη αγάπη, σταθερή και διαχρονική, ο Μανσέττ ένας θυελλώδης έρωτας, που δεν ξέφτισε όμως ποτέ και το φοβερό ζεύγος Σγιεβάλ-Βαλέε ο γεροντικός εμμονικός έρωτας, μιας και τους αγάπησα εκεί κοντά στα τριάντα !

Ως νέος συγγραφέας, τότε, θέλατε να δώσετε περισσότερο έμφαση στη μορφή του κειμένου ή στη πλοκή της ιστορίας;

Στην πρώτη περιπέτεια σου αυτό που κυριαρχεί είναι κατά μεγάλο ποσοστό η πλοκή. Έχεις στο μυαλό σου μια ιδέα, την δουλεύεις και παλεύεις να διαμορφώσεις μια ολοκληρωμένη ιστορία. Αυτό που σε καίει είναι η υπόθεση, η πλοκή και η εξέλιξη της. Από κει κι έπειτα, όπως και σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής, η τρέλα του πρωτάρη και η ανεξέλεγκτη επιθυμία να αφηγηθείς την ιστορία σου και να συμπεριλάβεις όσα περισσότερα στοιχεία μπορείς, σε πιέζουν να γράψεις την πλοκή και να την εμπλουτίσεις με κάθε λεπτομέρεια, σε σημείο που να συμπεριλάβεις όλα τα πράγματα που περνούν από το μυαλό σου, λες και φοβάσαι ότι δεν θα έχεις την ευκαιρία να τα ξαναπείς. Αποτέλεσμα βέβαια να πέσεις στο αμάρτημα της φλυαρίας.

Μιλώντας πάντα για την πρώτη απόπειρα συγγραφής, η αυτοεπιμέλεια του κειμένου έρχεται σε δεύτερη φάση και συνήθως είναι αρκετά επιεικής, λόγω απειρίας κι ενθουσιασμού. Στο σημείο αυτό είναι που χρειάζεται η παρέμβαση ενός έμπειρου και ανεπηρέαστου προσώπου, που θα μπορέσει να επιμεληθεί σωστά το κείμενο. Αρκεί βέβαια ο πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας να έχει ανοιχτά αυτιά στις όποιες παρατηρήσεις του επιμελητή.

Υπάρχει κάποια ιστορία που αξίζει να μάθει τώρα το αναγνωστικό κοινό;

Οι «Παλιοί λογαριασμοί» γράφτηκαν στην διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας. Από το 1977 μέχρι το 1979. Το γιατί έμειναν στο συρτάρι μου κι εκδόθηκαν το 2012 είναι ένα γοητευτικό μυστήριο, γνωστό σε λίγους. Έχω λοιπόν ένα αστυνομικό μυθιστόρημα στην κατάψυξη επί 35 σχεδόν χρόνια κι όταν το 2010 μένω άνεργος, θύμα κι εγώ της οικονομικής κρίσης, και σκέφτομαι διάφορους ανώδυνους τρόπους να κόψω τις φλέβες μου, συναντάω τον παλιό φίλο και εκδότη, τον αείμνηστο Σάμη Γαβριηλίδη.

Με ρωτάει τι κάνω, του εκμυστηριεύομαι τις υπαρξιακές μου αγωνίες κι όταν του λέω ότι έχω γράψει ένα αστυνομικό, μου ζητάει να αναβάλλω τις σκέψεις περί αναχωρήσεως στο Υπερπέραν μέχρι να διαβάσει την πρώτη παράγραφο του πονήματος μου. Πραγματικά διαβάζει την πρώτη παράγραφο, μετά την δεύτερη (εδώ με εξαπάτησε !) και μου ανακοινώνει ψυχρά «είναι εντάξει, θα το εκδόσουμε …» Τον πίστεψα μετά έξη μήνες, μόνο όταν το είδα να ποζάρει στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου του. Ήταν το βιβλίο που επέστρεψε στη ζωή από το βάθος της ιστορίας, ουσιαστικά μια «νεκρανάσταση».

Ποια είναι τα σοβαρότερα λάθη που κάνατε τότε και ξέρετε τώρα ότι δεν πρέπει να τα επαναλάβετε;

Η δίψα του πρώτου έργου, η ανεξέλεγκτη επιθυμία να τα πεις όλα, να μην αφήσεις τίποτε απ’έξω και να τα περιγράψεις όσο πιο αναλυτικά μπορείς από τον ενδόμυχο φόβο μήπως κι οι αναγνώστες δεν καταλάβουν κάποιο σημείο καλά. Κι αυτό πιθανόν να ερμηνευθεί από κάποιους αυστηρούς κριτικούς, έστω και, ως μια «ασυνείδητη» διάθεση του συγγραφέα να υποτιμήσει τους αναγνώστες. Αλλά η διάθεση του συγγραφέα να γράψει είναι ακατανίκητη σχεδόν κι είναι αδύνατο να πειθαρχήσει και να τραβήξει το χαλινάρι του «αλόγου της έμπνευσης». Αποτέλεσμα κάποιες επαναλήψεις, κάποιες φλυαρίες, κάποιες κοιλιές στην αφήγηση, που αν είχαν αποφευχθεί το συνολικό έργο θα ήταν πολύ υψηλότερης ποιότητας.

Τελικά, στο πρώτο έργο το συναίσθημα, ιδιαίτερα για όσους συγγραφείς περιγράφουν και προσωπικά βιώματα, είναι εξαιρετικά δύσκολο να περιοριστεί και να μην αναδυθεί στην επιφάνεια. Όσο περνάει ο χρόνος βλέπεις ότι ανάμεσα στην «υπερανάλυση» των γεγονότων και στην αναφορά σε λιγότερες λεπτομέρειες, έστω κι αν αφήνουν τους αναγνώστες στο σκοτάδι, η πιθανά καλύτερη επιλογή να είναι η δεύτερη.

Τι σημαίνουν για σας τώρα οι «Παλιοί λογαριασμοί»;

Το πρώτο είναι αυτό που δεν ξεχνάς ποτέ. Σαν το πρώτο κορίτσι που αγάπησες στα δεκάξη, αυτό που κράτησες αγκαλιά και φίλησες στην παραλία, στο ηλιοβασίλεμα, στις αξέχαστες καλοκαιρινές διακοπές σ’ένα ψαροχώρι στο Πήλιο … Ή όπου αλλού σου έτυχε κάτι τέτοιο.  Μπορεί να είχε μπόλικες ατέλειες, αλλά το αγάπησες αγνά, αυθόρμητα και γνήσια και ήθελες να το κρατήσεις για πάντα κοντά σου.

Μια άλλη εκδοχή, το ίδιο γοητευτική, είναι κι η αναφορά του φίλου και καλού συγγραφέα Βαγγέλη Γιαννίση. Ο Βαγγέλης μου είχε πει ότι «όσο καλά και δουλεμένα κι αν είναι τα επόμενα βιβλία, οι «Παλιοί λογαριασμοί» μου δίνουν την αίσθηση ότι με κάλεσες στο σπίτι σου, πίνουμε ένα καλό ουίσκι μπροστά στο τζάκι και μου εξηγείς πως γουστάρεις να γράφεις ένα τόσο προσωπικό μυθιστόρημα». Είναι ίσως αυτό, που όποιος με γνωρίζει χρόνια, αντιλαμβάνεται ότι με αντιπροσωπεύει σε μεγάλο βαθμό και αντικατοπτρίζει ανάγλυφα το κοινωνικοπολιτικό μου προσανατολισμό.

Έχετε να πείτε κάτι ιδιαίτερο στους νέους συγγραφείς τώρα;

Αν κι οι συμβουλές δεν είναι η ειδικότητα μου, προτείνω να διαβάζουν όσο περισσότερο μπορούν. Κι όχι μόνο αστυνομικά, αλλά γενικότερα καλή λογοτεχνία. Κι ο Τσάντλερ είναι υπέροχος, αλλά δεν μπορείς να αφήσεις πέρα τον Ντοστογιέβσκι. Να βλέπουν καλές τηλεοπτικές σειρές, καθώς ο τηλεοπτικός ρυθμός κι η εναλλαγή σκηνών είναι πολύ χρήσιμες στην συγγραφή ενός αστυνομικού μυθιστορήματος. Να διευρύνουν την αστυνομική πλοκή με ισχυρές κοινωνικές αναφορές στα σύγχρονα κοινωνικά θέματα, καθώς η σύγχρονη τάση που θεωρώ ότι επικρατεί είναι αυτό που αποκαλώ αστυνομικοινωνικό ή κοινωνικοαστυνομικό μυθιστόρημα, με μια λέξη. Να ανταλλάσσουν απόψεις και να μιλάνε στο διάστημα που γράφουν με μια μικρή ομάδα δύο τριών ατόμων, που εμπιστεύονται πλήρως για την πλοκή των μυθιστορημάτων τους.

Και μια γενικότερη συμβουλή … Οι συγγραφείς σε τελική ανάλυση είναι άνθρωποι. Για τον λόγο αυτό, θεωρώ ότι πέρα από την βελτίωση της συγγραφικής τους ικανότητας, θα πρέπει να ασχολούνται σε μεγαλύτερο βαθμό με τη βελτίωση του ίδιου του χαρακτήρα τους. Να γίνουν δηλαδή λίιιιγο καλύτεροι σαν άνθρωποι, μιας κι αυτό τελικά μας προσδιορίζει όλους. Ας έχουμε στο μυαλό μας ότι γράφουμε βιβλία για να πούμε κάτι σε όσους τα διαβάζουν και να τους κάνουμε να περάσουν καλά όταν τα διαβάζουν κι αν κρατήσουν και κάτι μέσα τους ακόμη καλύτερα. Είμαστε συγγραφείς, λέμε ιστορίες, όσο ωραίες κι αν είναι μερικές, αλλά δεν σώζουμε ζωές ούτε καν είμαστε σε θέση να τις κάνουμε καλύτερες. Τόσο απλά …

Ο επίλογος δικός σας.

Σε μια κοινωνία που δοκιμάζεται καθημερινά σκληρά από τις ασφυκτικές οικονομικές συνθήκες και την γενικότερη καταπίεση του καπιταλιστικού συστήματος, με οποιοδήποτε μορφή είτε ιδιωτικού είτε κρατικού καπιταλισμού, σε μια κοινωνία όπου το κράτος δικαίου είναι μακρινή ανάμνηση κι επικρατεί το δίκαιο του ισχυρότερου, θεωρώ ότι ο συγγραφέας βλέπει, παρατηρεί, καταγράφει και θα πρέπει να παίρνει θέση σε όλα τα μεγάλα θέματα, που αντιμετωπίζουν οι σύγχρονες κοινωνίες. Και θα πρέπει να το κάνει, ακόμη και μέσα από τα έργα του, ανεξάρτητα από το κόστος.