Η αξία της ανάγνωσης

Όπως έχουν ήδη διατυπώσει στο παρελθόν διάφοροι θεωρητικοί της λογοτεχνίας, η ανάγνωση καλογραμμένων κειμένων μπορεί να περιορίσει σε σημαντικό βαθμό τα κενά και τις παραλείψεις του εκπαιδευτικού συστήματος. Με αυτό τον τρόπο, το βιβλίο δεν αποτελεί αποκλειστικά ένα αντικείμενο τέχνης, δεν αναφέρεται μόνο ως πηγή πληροφόρησης, αλλά μπορεί να λειτουργήσει και ως μέθοδος μόρφωσης. Η ανάγνωση, λοιπόν, θέτει τις προϋποθέσεις για την καλλιέργεια της υψηλής αισθητικής. Έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει την ορθολογικότητα της επιστήμης, της οποίας οι προεκτάσεις φτάνουν μέχρι την ερμηνεία του μικρόκοσμου μας και μπορεί να αποτρέψει τους ανθρώπους από τον εκφυλιστικό καταναλωτισμό, την παγίδα του λαϊκισμού, ακόμη και από την άγνοια. Μέσω της λογοτεχνίας, ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να θέτει τις σωστές ερωτήσεις και να αντιλαμβάνεται σφαιρικά ένα θέμα, αφού θα έχει αναπτύξει την κριτική του ικανότητα. Καλλιεργείται παράλληλα η μετριοπάθεια, ο διάλογος, ο στοχασμός και η ευαισθησία. Λειτουργεί ως αντίβαρο απέναντι στον διχαστικό λόγο, την αυταπάτη, στη νοσταλγία του ηρωικού παρελθόντος και στον φόβο της διαφορετικότητας.

Η πραγματική αξία της ανάγνωσης βρίσκεται στην εκπολιτιστική της δύναμη, αφού σε καθιστά σίγουρα έναν καλλιεργημένο πολίτη.   

Συνέντευξη: Σωκράτης Καμπουρόπουλος

Σήμερα, έχω την τιμή να φιλοξενώ στη στήλη «Ο κόσμος του βιβλίου» τον κο Σωκράτη Καμπουρόπουλο. Εργάστηκε στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ) από το 1996 έως το 2014 ως Ειδικός Σύμβουλος, ενώ ήταν παράλληλα υπεύθυνος για τις έρευνες του Παρατηρητηρίου Βιβλίου.

Κε Καμπουρόπουλε, εργαστήκατε ως Ειδικός Σύμβουλος του ΕΚΕΒΙ και ήσασταν υπεύθυνος για το Παρατηρητήριο του Βιβλίου για το χρονικό διάστημα 1996-2014. Άλλαξαν οι συνθήκες προς το καλύτερο και όσο θα θέλατε στο περιβάλλον του βιβλίου και της ανάγνωσης τη συγκεκριμένη περίοδο;

Οι συνθήκες στο ”περιβάλλον της ανάγνωσης”, στη χώρα μας, ανήκουν συνήθως στη σφαίρα μιας δραστηριότητας ψυχαγωγικoύ τύπου, στο βαθμό που το βιβλίο δεν συνδέεται με θεμέλια βαθύτερης μορφωτικής και πολιτιστικής καλλιέργειας, ήδη από τα νεανικά χρόνια, δηλαδή από το σχολείο ως το πανεπιστήμιο, ούτε φυσικά συνδέεται με το habitus κάποιων κοινωνικών τάξεων, ως στοιχείο της επιθυμίας τους για κοινωνική άνοδο και «διάκριση» κατά Μπουρντιέ.  Αυτά τα χαρακτηριστικά χαλαρής δραστηριότητας (με τη σημαίνουσα εξαίρεση ενός πολύ μικρού, τάξης μικρότερης του 8%, αλλά συστηματικού και αφοσιωμένου κοινού που αιμοδοτεί τον χώρο),  σημαδεύουν την πορεία της ζήτησης για το βιβλίο σε όλο αυτό το διάστημα που αναφέρετε: από την εποχή της ανόδου των καταναλωτικών δαπανών της δεκαετίας του ’90 (στο βιβλίο, πιο ειδικά, είχαμε: υπερδιπλασιασμό νέων τίτλων από 3.000 σε 7.000 το χρόνο, νέους εκδοτικούς οίκους, ίδρυση πολυώροφων βιβλιοπωλείων όπως ο επταώροφος Ελευθερουδάκης στην οδό Πανεπιστημίου, “μεγάλων επιφανειών”/grandes surfaces, αλυσίδων βιβλιοπωλείων και βιβλιοπωλείων-καφέ, της Στοάς του Βιβλίου, κλπ.), έως τη δεκαετία της κρίσης χρέους του 2010-2020, όταν είδαμε τις δαπάνες του κοινού για το βιβλίο να είναι από τις πρώτες που κόβονται, και μάλιστα κάθετα (μεγάλη, απότομη μείωση τζίρου και «έξοδος» μεγάλων επιχειρήσεων όπως η Fnac, ο Ελευθερουδάκης, ο Παπασωτηρίου, οι Modern Times, τα Ελληνικά Γράμματα, το Metropolis, κ.ά., ιστορικών βιβλιοπωλείων όπως η Εστία, ο Kauffmann, κοκ.)  

Το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου δημιουργήθηκε το 1995 ως οργανισμός που εποπτευόταν από το Υπουργείο Πολιτισμού, επομένως ως θεσμός του Υπ. Πολιτισμού στον χώρο του βιβλίου και των γραμμάτων. Από αυτή την άποψη, στη διάρκεια της 18/χρονης ζωής του κινήθηκε παράλληλα με τις εξελίξεις. Θέλω να πω ότι την εποχή της ανόδου της πολιτιστικής βιομηχανίας του βιβλίου, με την πρώτη του διευθύντρια μάλιστα να είναι πρώην εκδότρια, προσπάθησε να υποστηρίξει τον κλάδο με μελέτες, οδηγούς, αρχεία, εργαλεία, βάσεις δεδομένων (Βιβλιονέτ), εκπαίδευση αλλά και επενδυτικά, με προγράμματα λ.χ. μηχανογράφησης ή b2b ηλεκτρονικού εμπορίου.  Υποστήριξε τους δημιουργούς του βιβλίου. Επίσης, ανέλαβε από την αρχή οριζόντιες δράσεις για την αύξηση της οπτικότητας και της συμβολικής σημασίας του βιβλίου, από το «Μ’ ένα βιβλίο πετάω» της δεκαετίας του ’90, έως τις 100+ θεματικές Βιβλιογραφικές του Προτάσεις, έως τις επισκέψεις συγγραφέων στα σχολεία, τα εκπαιδευτικά προγράμματα για δημόσιες και δημοτικές βιβλιοθήκες, ως το πρόγραμμα της Φιλαναγνωσίας, μετά το 2009, για πρώτη φορά σ’ όλα τα ολοήμερα δημοτικά σχολεία της χώρας, σε συνεργασία με το Υπ. Παιδείας, και ως την Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης, την Έκθεση Παιδικού Βιβλίου στην Αθήνα και το Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών. Κατέγραψε και δικτύωσε τις Λέσχες Ανάγνωσης (που θα μπορούσε να τις έχει στηρίξει, ίσως, με ακόμη περισσότερα υλικά). Δημιούργησε ιστοσελίδα για το παιδί και το βιβλίο. Τίμησε μεγάλους λογοτέχνες μας με συνέδρια και εκπαιδευτικό υλικό (Βιζυηνό, Παπαδιαμάντη, Παλαμά, Σικελιανό, Καβάφη, Ξενόπουλο, Σεφέρη, Εμπειρίκο, Καζαντζάκη, Καραγάτση, Ρίτσο, Πεντζίκη, κ.ά.). Υποστήριξε από την αρχή τη Στοά του Βιβλίου και τις Εκθέσεις Βιβλίου των ΣΕΚΒ και ΣΕΒΑ με εκθέσεις, ημερίδες και θεματικές εκδηλώσεις (λ.χ. για το ιστορικό, το πολιτικό βιβλίο, τον ρατσισμό, τις μειονότητες, την αρχαιογνωσία, τη μεταφρασμένη λογοτεχνία, κ.ά.) που επαναλήφθηκαν, αργότερα, στην Έκθεση Θεσσαλονίκης. Παρήγαγε τηλεοπτικά σποτ για το βιβλίο (σκηνοθετημένα από δημιουργούς όπως ο Πέτρος Σεβαστίκογλου, η Κατερίνα Ευαγγελάκου, κ.ά.) και προσπάθησε να εμψυχώσει ακόμα και εκπομπή βιβλίου στην ΕΡΤ (με τον Μπερνάρ Πιβό). Δεν μπόρεσε όμως να μπει βαθύτερα στο πρόβλημα των μορφωτικών και κοινωνικών θεμελίων της ανάγνωσης, γιατί δεν οι αρμοδιότητές του ως θεσμού της πολιτικής πολιτισμού για το βιβλίο ήταν δεδομένες – δεν άγγιζαν λ.χ. τις υποδομές των βιβλιοθηκών και τα ζητήματα του Υπ. Παιδείας.

Άλλοι, σημαντικοί τομείς πολιτικής στους οποίους το ΕΚΕΒΙ δεν είχε αρμοδιότητα να υπεισέλθει, ήσαν: Τα οικονομικά και φορολογικά ζητήματα του βιβλίου. Τα θέματα του ανταγωνισμού (λ.χ. ενιαία τιμή βιβλίου – ποια βιβλία περιλάμβανε και ποια όχι). Η ποιότητα των σχολικών βιβλίων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, και ο εξοστρακισμός από το σχολικό πρόγραμμα της λογοτεχνικής ανάγνωσης. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία που βασίζεται στο ένα και μοναδικό σύγγραμμα, συνήθως του εκάστοτε διδάσκοντα,  και όχι στη χρήση βιβλιογραφικών πηγών και στον δανεισμό από τη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου στη βάση εργασιών, κλπ. Ο εξοβελισμός των συγγραφέων από τα ΜΜΕ και ο τρόπος που αναπτύσσεται ο δημόσιος διάλογος στη χώρα μας – που προτιμάει τις «κραυγές» από τη νηφάλια συζήτηση, την προφορικότητα και τα social media από τα άρθρα γνώμης, τα άρθρα από τα βιβλία γνώμης, κλπ. (πρβλ. τον μαρασμό των «ενθέτων βιβλίου» ακόμα και στις πιο έγκριτες εφημερίδες, οι οποίες τροφοδοτούν, ωστόσο, το κοινό με φτηνά υποκατάστατα βιβλίων). Η έλλειψη υποστήριξης για τους πνευματικούς δημιουργούς  –συγγραφείς, μεταφραστές, επιμελητές, κλπ. (ασφαλιστικά, φορολογικά και συνταξιοδοτικά θέματα). Όλα αυτά, το ΕΚΕΒΙ ως θεσμός μπόρεσε μόνο πολύ έμμεσα, ή ελάχιστα, να τα θίξει. Επομένως είναι λάθος να θεωρούμε το ΕΚΕΒΙ φορέα άσκησης «εθνικής πολιτικής βιβλίου» αντί για το σωστό, «φορέα πολιτικής του Υπ. Πολιτισμού για το βιβλίο».

Ήταν η κατάργηση του ΕΚΕΒΙ κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης πλήγμα για τον χώρο των Γραμμάτων;

Η κατάργηση του ΕΚΕΒΙ με τον ν. 4250/2014 υπήρξε καταρχάς συνέπεια της οικονομικής κρίσης που έπληξε, όπως είδαμε, μετωπικά τον κλάδο του βιβλίου, η οποία λειτούργησε σωρευτικά με τις υπόλοιπες επιπτώσεις της. Η ίδια η κατάργησή του υπαγορεύθηκε περισσότερο από (μικρο)πολιτικά και λιγότερο από αμιγώς δημοσιονομικά κριτήρια, καθώς η  εξοικονόμηση πόρων που προέκυψε στον προϋπολογισμό του Υπ. Πολιτισμού ήταν ελάχιστη (μόλις 750.000 ευρώ το χρόνο), ενώ επρόκειτο για έναν θεσμό που δούλευε εντατικά, παρήγαγε έργο και δεν χρωστούσε χρήματα (αντίθετα με δεκάδες άλλα προβληματικά  εποπτευόμενα νομικά πρόσωπα του ΥΠΠΟ, μεταξύ των οποίων και το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, που είχε παραμείνει  ακέφαλο, χωρίς διοίκηση και δράσεις επί δύο χρόνια, με χρέη σε όλα του τα Παραρτήματα και τις Εστίες του και με τους εργαζόμενους σε επίσχεση εργασίας). Το ΕΚΕΒΙ κατάφερνε μάλιστα να «μοχλεύει» από άλλες πηγές εσόδων (προγράμματα ΕΣΠΑ ΔΕΒΘ και Φιλαναγνωσίας, επιχορηγήσεις ΟΠΑΠ, ξένες επιχορηγήσεις και ίδια έσοδα), ποσά που ισοδυναμούσαν δύο φορές με τον τακτικό προϋπολογισμό του: άλλα 1,5 εκ. ευρώ, όπως φαίνεται στον τελευταίο αναρτημένο απολογισμό του 2011: http://www.ekebi.gr/appdata/documents/apologismos/dapanes2011.pdf. 

Η κατάργηση του ΕΚΕΒΙ με τη μέθοδο του «ξαφνικού θανάτου», ενός οργανισμού δηλαδή που δούλευε παραγωγικά, δεν χρωστούσε χρήματα αλλά το αντίθετο, δημιουργούσε μια μοναδική προστιθέμενη αξία με τη δράση του, είναι ένα βαρύτατο ατόπημα για το οποίο η τότε πολιτική ηγεσία (με Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης τον νυν πρωθυπουργό) θα πρέπει κάποια στιγμή να δώσει πειστικές απαντήσεις. Όλα αυτά στο πλαίσιο σπασμωδικών κινήσεων απέναντι στην πίεση που ασκούσαν οι δανειστές της χώρας μας για «μέτρα», κάτω από την οποία αντί να μεταρρυθμιστούμε βγάλαμε μόνοι μας τα μάτια μας.   

Οι συνέπειες της κατάργησής του υπήρξαν άμεσες και έμμεσες. Αμέσως, ματαιώθηκαν όλες οι δράσεις του, με εξαίρεση τη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης (ΕΣΠΑ της Περιφέρειας Κ. Μακεδονίας) και τη Βιβλιονέτ, που κι αυτές κλυδωνίστηκαν σοβαρά. Με τον «αποκεφαλισμό» της διοίκησης του ΕΚΕΒΙ από τον Υπουργό Πολιτισμού Κώστα Τζαβάρα, τον Δεκέμβριο του 2012, ματαιώθηκε ο διαγωνισμός αγοράς βιβλίων για τα δημοτικά σχολεία ύψους 400.000 ευρώ, που θα πρόσφερε κάποιες ανάσες στον κλάδο εν μέσω πτώσης των πωλήσεών του. Εντέλει ολόκληρο το πρόγραμμα ΕΣΠΑ της Φιλαναγνωσίας, ύψους 2 εκ. ευρώ, απεντάχθηκε όπως λέμε από το Υπ. Οικονομικών και τα χρήματα επέστρεψαν στην ΕΕ (δηλαδή χάθηκαν για τη χώρα μας). Η απόπειρα επισκέψεων συγγραφέων και διδασκαλίας της λογοτεχνίας στα -1.000- ολοήμερα δημοτικά σχολεία της χώρας εγκαταλείφθηκε, εξαιτίας της αδιαφορίας του Υπ. Παιδείας και της έλλειψης αρμόδιου φορέα να τις συντονίσει. Το πρόγραμμα «Φράσις» για την ενίσχυση της μετάφρασης της ελληνικής λογοτεχνίας σε ξένες γλώσσες, το οποίο είχε καταφέρει να αποκαταστήσει κάπως το κύρος της χώρας μας μετά την αποτυχία του αντίστοιχου προγράμματος της Δ/νσης Γραμμάτων του ΥΠΠΟ, δεν κατέβαλε ποτέ την επιχορήγηση στις εκδόσεις που ενέκρινε στον β’ κύκλο κρίσεών του, με αποτέλεσμα να ξαναρίξει τη χώρα μας σ’ ένα επίπεδο ανυποληψίας που δεν ταιριάζει ούτε σε χώρες του Τρίτου Κόσμου.

Η σημαντικότερη ζημιά, όμως, του χώρου του βιβλίου ήταν, όπως αποδείχτηκε, μακροπρόθεσμη. Με την απόλυση των 30 εργαζομένων του ΕΚΕΒΙ πετάχτηκε στα σκουπίδια πολύτιμη τεχνογνωσία σε κρίσιμους τομείς. Ματαιώθηκε η συνέχιση της αποτύπωσης του κλάδου του βιβλίου και του αναγνωστικού κοινού με μελέτες, στην πιο κρίσιμη δεκαετία τους. Τα αρχεία μεταφράσεων και μεταφραστών, βιβλιοπωλείων, βιβλιοθηκών, κλπ., δεν ανανεώθηκαν. Η Βιβλιονέτ υποβαθμίστηκε τόσο πολύ, χάνοντας ανθρώπους και σφρίγος (μέσα σ’ ένα καθεστώς πλήρους άγνοιας) με αποτέλεσμα να μην ξαναδώσει στατιστικά στοιχεία για την ελληνική βιβλιοπαραγωγή. Το περιεχόμενό της το «αντέγραψε» μεν ο ΟΣΔΕΛ (απέναντι στον οποίο το ΕΙΠ προσέφυγε στη δικαιοσύνη και στη συνέχεια συμβιβάστηκε), στις αρμοδιότητες του οποίου όμως δεν ανήκει η βιβλιογραφία. Το σπουδαιότερο όμως είναι ότι  χάθηκε για τους δημιουργούς, τους συγγραφείς, τους μεταφραστές, τους εκδότες και τους επαγγελματίες του βιβλίου ένας κρίσιμος συνομιλητής και ένας πολύτιμος διαμεσολαβητής στις σχέσεις τους με το κράτος, ένας «επιχειρηματίας πολιτικής»/”policy entrepreneur”, όπως λέμε στην ανάλυση δημόσιας πολιτικής, απέναντι σε μια τυφλή γραφειοκρατία από τη μια πλευρά, και σ’ ένα ανέτοιμο Υπουργείο Πολιτισμού από την άλλη.  Το νεκρανεστημένο Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, φορέας μη-συμμετοχικός, με ασαφείς στόχους και με κακή οργάνωση σε πόρους και μέσα, δεν κατάφερε να παίξει αυτό το ρόλο.

Η Αθήνα είναι μια από τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που διαθέτει ένα μεγάλο αριθμό βιβλιοπωλείων, βιβλιοθηκών και εκδοτικών οίκων. Χρειάζονται, πλέον, τη βοήθεια της πολιτείας για να αναπτυχθούν περισσότερο;

Η κρίση των βιβλιοπωλείων εξαιτίας της ψηφιακής μετάβασης του κλάδου του βιβλίου υπήρξε μια διεθνής εξέλιξη που εντάθηκε τη δεκαετία του 2010 και προηγήθηκε της πανδημίας. Ωστόσο, η απώλεια κύκλου εργασιών του κλάδου του βιβλίου εξαιτίας των περιοριστικών μέτρων, μέσα στο 2020, ήταν μεγαλύτερη στη χώρα μας απ’ ότι σε άλλες χώρες (σε μερικές από τις οποίες, όπως λ.χ. οι ΗΠΑ, η Μ. Βρετανία ή η Ιταλία, ο τζίρος του βιβλίου μέσα στην πανδημία σημείωσε οριακή αύξηση). Αυτό είναι συνέπεια της φύσης των μέτρων που πάρθηκαν εδώ, με το κλείσιμο ακόμη και των πολύ μικρών βιβλιοπωλείων, της έλλειψης υποστήριξης από το κράτος με αγορές βιβλίων και της ελλιπούς μετάβασης του κλάδου προς το ηλεκτρονικό εμπόριο.  

Οι αγωνιώδεις προσπάθειες που έγιναν ώστε τα μικρά βιβλιοπωλεία (πολλά από τα οποία άνοιξαν κατά την προηγούμενη δεκαετία), ν’ ανταποκριθούν στις εξ’ αποστάσεως παραγγελίες, θα πρέπει ν’ αντικατασταθούν από μια σταθερή πολιτική μετάβασης στην ψηφιακή σφαίρα με λειτουργικά e-shops, που τα οφέλη της θα είναι διαχρονικά. Οι ιδιώτες και το κράτος, μέσω του ΕΣΠΑ ή άλλων προγραμμάτων, θα πρέπει να κινηθούν άμεσα, συντονισμένα προς μια τέτοια επενδυτική κατεύθυνση– σε συνδυασμό με ψηφιακό μάρκετινγκ και με την ενίσχυση των κρίκων της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Πώς κρίνετε την πορεία του έντυπου βιβλίου στην Ψηφιακή εποχή; Άλλαξαν οι αναγνωστικές συνήθειες;  

Όπως διαπιστώσαμε από την πορεία των e-books την τελευταία δεκαετία, το έντυπο βιβλίο θα συνεχίσει να υπάρχει για πολύ καιρό ακόμα παράλληλα με το ψηφιακό. Την ίδια στιγμή μια σειρά από άλλες λειτουργίες όπως η προβολή, η επικοινωνία, η δικτύωση και η ανταλλαγή απόψεων γύρω απ’ αυτό περνούν σιγά σιγά στην ψηφιακή σφαίρα – αυτό είναι αναντίρρητο. Οι αναγνωστικές συνήθειες στη χώρα μας δεν έχουν επηρεαστεί πολύ από την ψηφιακή ανάγνωση, αφού ο τζίρος των e-books δεν ξεπέρασε ποτέ το 1% του τζίρου το έντυπου βιβλίου.  Οι δανεισμοί ψηφιακών βιβλίων από την Εθνική Βιβλιοθήκη έδωσαν κάποια ώθηση σ’ αυτό τον τομέα. Εάν δεν μεταβληθούν όμως σοβαρά τα δεδομένα της ανάγνωσης (και αυτό που βιώνουμε αυτή την εποχή, με έναν καθολικό περιορισμό κατ΄οίκον, το θεωρώ βραχυχρόνια συνθήκη), οι ισορροπίες αυτές δεν πρόκειται να μεταβληθούν πολύ.

Κατά τη θητεία σας, κάνατε και μια σειρά από σημαντικές στατιστικές έρευνες σχετικά με τις πολιτικές ανάγνωσης. Διαβάζουν τελικά οι Έλληνες; Κατά τη γνώμη σας, τι παραπάνω πρέπει να συμβεί για να αυξηθεί ο αριθμός των αναγνωστών;

– Αξιοποίηση των μορφών ανάγνωσης σε όλα τα μέσα

– Αξιόπιστοι βιβλιογραφικοί κατάλογοι και μηχανισμοί διαμεσολάβησης, ώστε να ξέρουμε τι έχει εκδοθεί και πού να το βρει κανείς

– Διατήρηση των βιβλίων σε κυκλοφορία, μέσω ψηφιακών εκδόσεων/ευέλικτων εκτυπώσεων (το βιβλίο είναι διαχρονικό αγαθό, οι νέες τεχνολογίες αποκλείουν την έννοια του «εξαντλημένου»)

-Δίκαιη και λογική (fair trade) τιμή του βιβλίου. Η διατήρηση σταθερής τιμής στα μπεστ σέλερ και σε όσα βιβλία ανατυπώνονται επί 30 μήνες δεν βοηθάει απαραίτητα σ’ αυτό (ο νόμος της Ενιαίας Τιμής Βιβλίου, όμως, δεν αποτρέπει τους εκδότες από το να μειώνουν τις τιμές καταλόγου τους).

-Μόνιμη θέση  του βιβλίου στο σχολείο και στο εκπαιδευτικό σύστημα, παράλληλα με τη δημιουργία βιβλιοθηκών

-Να οργανώσουμε εκδηλώσεις, να μιλάμε πιο πολύ για βιβλία. Να φανταστούμε διαδικασίες ενεργοποίησης των εν δυνάμει αναγνωστών, όπου η γνώμη τους θα «μετράει» και δεν θ’ ακούγεται μόνο η φωνή των συγγραφέων. Να πείσουμε τους αναγνώστες για τον ρόλο που μπορεί να παίξει το βιβλίο στη ζωή τους.

Συνέντευξη: Αντώνης Γκόλτσος

 Ο Αντώνης Γκόλτσος είναι συγγραφέας και ιδρυτικό Μέλος της Ελληνικής  Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας (ΕΛΣΑΛ). Συντονίζει τη Λέσχη Ανάγνωσης Αστυνομικής Λογοτεχνίας των Εκδόσεων Μεταίχμιο, από τον Απρίλιο του 2007. Κυκλοφορούν τα μυθιστορήματα, Η αφιέρωση, Μεταίχμιο -2016 και Οδηγός φόνων, Μεταίχμιο-2019 και η συλλογή διηγημάτων, Ο βιγλάτορας, Κύφαντα-2020.

   Πρώτα, να ορίσουμε τον όρο: Λέσχη Ανάγνωσης ονομάζεται μια ομάδα ανθρώπων που έχουν συμφωνήσει να συναντιούνται σε τακτά διαστήματα (συνήθως μία φορά τον μήνα) και να συζητούν για βιβλία που αποφάσισαν να διαβάσουν από κοινού (Εθνικό Κέντρο Βιβλίου – ΕΚΕΒΙ).

   Διευκρίνιση: Τα πιο κάτω απηχούν τα όσα ισχύουν στη Λέσχη Ανάγνωσης Αστυνομικής Λογοτεχνίας, των Εκδόσεων “Μεταίχμιο” (“η Λέσχη”). Άλλες Λέσχες Ανάγνωσης πιθανώς να λειτουργούν διαφορετικά.     

  1.    Ποια είναι τα καθήκοντα και ποιες οι δεξιότητες ενός συντονιστή, σε μια λέσχη ανάγνωσης; 

   Η άσκηση του συντονισμού ξεκινά πριν από τη μηνιαία Συνάντηση της Λέσχης. Πρόκειται για την αλληλογραφία του συντονιστή που ακολουθεί την προηγούμενη Συνάντηση, με τις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα της συζήτησης και την αναφορά στις βασικές θέσεις που αναπτύχθηκαν, κατά τη συζήτηση. Θέσεις σχετικές με την υπόθεση, τους χαρακτήρες, το συγγραφικό ύφος, ακόμα και συγκριτικά με συγγενείς ιστορίες άλλων συγγραφέων, αλλά και βιβλία του ίδιου συγγραφέα, που έχουν, ενδεχομένως, συζητηθεί παλαιότερα. Στο πλαίσιο αυτής της αλληλογραφίας αναφέρεται – για τα Μέλη που δεν ήταν παρόντα στη Συνάντηση – και ο τίτλος του βιβλίου που αποφασίστηκε, για την επόμενη Συνάντηση. Σήμερα, λόγω των ειδικών συνθηκών που επιβάλλουν τη διαδικτυακή “Συνάντηση”, ο συντονιστής καλεί τα μέλη να προτείνουν τίτλους και υποβάλλει τις προτάσεις σε ψηφοφορία (και όλα, μέσω e.mail και μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο).

   Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, όπου και δοκιμάζονται, μεταξύ άλλων, και οι δεξιότητες του συντονιστή, ο τελευταίος καλείται να αναδείξει, αλλά και να επιδοτήσει, την επιθυμία των Μελών να συμμετάσχουν ενεργά στη συζήτηση, να διευρύνει την οπτική εικόνα της ανάγνωσης προτείνοντας εναλλακτικές “αναγνώσεις», να ιεραρχήσει τις θέσεις τον Μελών ανάλογα, μεταξύ άλλων, και με την ικανότητα του Μέλους να στηρίξει τη θέση του, να συστηματοποιήσει τον σχολιασμό, να επιχειρήσει την πειθαρχία όταν η κατάσταση τείνει να “ξεφύγει” (στη Λέσχη ακολουθούμε την αρχή “Ποτέ δεν μιλούμε πάνω από τέσσερις, συγχρόνως”…) και όλα, όχι απαραίτητα με την πιο πάνω σειρά… Προσωπικά, πέραν της αρχικής, συνοπτικής παρουσίασης του προς συζήτηση βιβλίου, επιδιώκω να μιλώ τελευταίος, ώστε να μην αποτελέσει η άποψή μου τον άξονα περί τον οποίο θα κινηθούν οι γνώμες που θα ακολουθήσουν∙ για τον ίδιο λόγο, αποφεύγω να προτείνω τίτλο βιβλίου, για την εκάστοτε επόμενη Συνάντηση.

  • Υπάρχουν κάποιου είδους κριτήρια για να γίνει κάποιος Μέλος;

   Όχι, δεν υπάρχουν κριτήρια για να γίνει κάποιος Μέλος. Επίσης, η διατήρηση της ιδιότητας του Μέλους δεν εξαρτάται από τη συχνότητα των παρουσιών/απουσιών του στις/από τις Συναντήσεις, ενώ δεν υπάρχει χρηματική επιβάρυνση, κατά την εγγραφή στη Λέσχη. Το Μέλος μπορεί να διακόψει τη συμμετοχή του στη Λέσχη, με απλή δήλωσή του. 

  •    Ποια είναι κατά τη γνώμη σας τα οφέλη ενός αναγνώστη, όταν είναι μέλος σε μια λέσχη ανάγνωσης; Μπορεί να λάβει η συμμετοχή του κάποιου είδους «εκπαιδευτική» διάσταση; 

   Πιστεύω ότι το βασικό όφελος της συμμετοχής ενός αναγνώστη σε μία Λέσχη Ανάγνωσης, πέραν του προφανούς της άμεσης επικοινωνίας και επαφής με θιασώτες του λογοτεχνικού είδους της δικής του προτίμησης/επιλογής, είναι η ευκαιρία της ακρόασης μιας άλλης “ματιάς”, επάνω σε ένα κοινό κείμενο. Συνήθως “διαβάζουμε” με έναν συγκεκριμένο, προσωπικό, τρόπο, ακολουθώντας, λιγότερο ή περισσότερο, τυποποιημένα στερεότυπα. Χωρίς να φιλοδοξεί σε μία αναθεώρηση προσωπικών κανόνων και προτύπων, η συζήτηση σε μία Λέσχη Ανάγνωσης μπορεί να ανανεώσει την “οπτική” γωνία του αναγνώστη, με τη συνακόλουθη συνέπεια του επαναπροσδιορισμού της απλής διαπίστωσης “μου αρέσει” ή “δεν μου αρέσει”. “Οπτική” γωνία, που, πέραν της διαπίστωσης, οδηγεί, αν δεν επιβάλλει, την επιχειρηματολογία.

   Ειδικά σε Λέσχες Ανάγνωσης κάποιας μακρόχρονης λειτουργίας, τα Μέλη αναπτύσσουν ή μπορούν να καλλιεργήσουν, τη σ υ γ κ ρ ι τ ι κ ή γνώση και σχολιασμό, απέναντι σε έργα του συγκεκριμένου λογοτεχνικού είδους ή υποείδους. Είναι αυτό που αποτελεί την “προίκα” μιας Λέσχης Ανάγνωσης και αυτό που συνιστά – θα τολμούσα – την “εκπαιδευτική” διάσταση μιας Λέσχης Ανάγνωσης.  

  •    Τι θεωρείτε ότι συνιστά τη μείζονα δυσκολία, στη λειτουργία μιας λέσχης ανάγνωσης;

   Θεωρώ ότι τη μείζονα δυσκολία στην εύρυθμη λειτουργία μιας Λέσχης επιβάλλει η …επιτυχία της. Αυτή που γίνεται ορατή στον αριθμό των συμμετοχών, στις Συναντήσεις της. Μία παρουσία περισσότερων των 20-25 Μελών δημιουργεί το πρόβλημα διάχυσης της προσοχής, των παράλληλων συζητήσεων, των επικαλυπτόμενων φωνών (εξ ου και η αρχή της Λέσχης, που προαναφέρθηκε…). Και συνιστά μία μείζονα πρόκληση στις δεξιότητες του συντονιστή, ο συντονισμός του ακροατηρίου.    

   Μία δυσκολία, σχετικά δύσκολο να ξεπεραστεί, είναι και η συχνότητα      συμμετοχής συγκεκριμένων Μελών, στη συζήτηση. Ένας, απολύτως φυσικός, ενδοιασμός περί την έκφραση άποψης εμπρός σε ακροατήριο, εμποδίζει τη συμμετοχή στη συζήτηση, σε ορισμένα Μέλη. Και αποτελεί ένα στοίχημα για τον συντονιστή, να ενεργοποιήσει αυτό το μέρος του ακροατηρίου.

   Άλλο σημείο που πρέπει να προσεχτεί είναι η χωροθέτηση των συναντήσεων. Eνα επίμηκες τραπέζι που καλείται να “στεγάσει” 20 έως 30 άτομα, αποτελεί την εγγύηση για “χωριστές” συζητήσεις, για τη διάσπαση της εστίασης, σε πτυχές του βιβλίου που ενδιαφέρουν, και, τελικά, στην κόπωση του ακροατηρίου.  

  •    Με ποιο κριτήριο γίνεται η επιλογή των βιβλίων; 

   Το Μέλος που θα προτείνει έναν τίτλο, θα πρέπει (α) Να έχει διαβάσει το βιβλίο και να έχει θετική άποψη γι αυτό, και (β) Να έχει ερευνήσει το κατά πόσον το βιβλίο είναι διαθέσιμο στον Εκδότη ή στο βιβλιοπωλείο του. Στην περίπτωση επιλογής βιβλίου Έλληνα συγγραφέα, καλείται ο Συγγραφέας στη Συνάντηση της Λέσχης. Άλλως, ο Μεταφραστής[1].

  • Ποιο είναι το τρέχον καθεστώς των λεσχών ανάγνωσης, στην Ελλάδα;

   Να ξεκινήσουμε από τη διαπίστωση ότι το 53% των ενηλίκων Ελλήνων δεν διαβάζει έ ν α (αριθμός “1”) βιβλίο, τον χρόνο[2].

   Στην Ελλάδα λειτουργούν περί τις 200 Λέσχες Ανάγνωσης, καλύπτοντας το πλήρες φάσμα των λογοτεχνικών ειδών. Εδώ, δεν υπολογίζονται οι μικρές Λέσχες-ομάδες, που συνέρχονται μεταξύ φίλων σε ιδιωτικούς χώρους, όπως και οι διαδικτυακές Λέσχες Ανάγνωσης, οι οποίες, αν και λίγες, παρουσιάζουν αυξημένο αριθμό Μελών.

   Προσωπική η άποψη ότι ο μέσος αριθμός των Μελών ανά Λέσχη Ανάγνωσης, όπως και ο αριθμός των εν λειτουργία Λεσχών είναι εξαιρετικά περιορισμένος, αλλά και σε αντιστοιχία με το χαμηλό ποσοστό φιλαναγνωσίας, στη χώρα. Επίσης, βασιζόμενος σε ένα περιορισμένο δείγμα – και κατ΄ αυτό μη αξιόπιστο – θεωρώ ότι η μέση διάρκεια αδιάκοπης λειτουργίας μίας Λέσχης Ανάγνωσης, στην Ελλάδα, είναι περιορισμένη.        

  • Κρίνεται απαραίτητη η λειτουργία πολλών λεσχών ανάγνωσης προκειμένου να προωθηθεί επαρκώς η φιλαναγνωσία; 

   Νομίζω πως η φιλαναγνωσία είναι η προϋπόθεση για την ανάπτυξη των Λεσχών Ανάγνωσης και όχι το αντίστροφο. Με άλλα λόγια, δεν πιστεύω ότι η λειτουργία μίας ή περισσότερων Λεσχών Ανάγνωσης θα προωθούσε τη φιλαναγνωσία και το τυπικό Μέλος μιας Λέσχης Ανάγνωσης είναι ήδη ενεργός – αν όχι, συστηματικός – αναγνώστης. Στη συνέχεια των πιο πάνω, οι Λέσχες ανάγνωσης αποτελούν ένα αξιόλογο εργαλείο, για μία πιο συστηματική και διαχρονικά συνεπή ανάγνωση, δίνοντας την ευκαιρία στους αναγνώστες να συντηρήσουν και να καλλιεργήσουν τη φιλαναγνωσία, σε μία ατμόσφαιρα και ένα περιβάλλον αποδοχής κοινών ενδιαφερόντων.       

  • Ποιες διευκολύνσεις μπορεί να κάνει ένας εκδοτικός οίκος και ποιες ένα βιβλιοπωλείο για να βοηθήσει στην ομαλή λειτουργία μιας τοπικής λέσχης; 

   Πέραν της παροχής του χώρου για τις συναντήσεις της Λέσχης Ανάγνωσης του εκδοτικού οίκου ή του βιβλιοπωλείου, τα Μέλη της θα πρέπει να απολαμβάνουν καλύτερες τιμές στα βιβλία του οίκου και του βιβλιοπωλείου (και όχι αποκλειστικά στο λογοτεχνικό είδος που ακολουθεί η Λέσχη). Και, ως εάν ήταν απαραίτητο να υπογραμμιστεί, σε μία Λέσχη Ανάγνωσης εκδοτικού οίκου δεν θα πρέπει να υπάρχει περιορισμός στην επιλογή προς συζήτηση βιβλίων και άλλων οίκων. Οι εκδοτικοί οίκοι και τα βιβλιοπωλεία θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα ενεργοί στη δημιουργία σεμιναρίων και εργαστηρίων, με προνομιακές τιμές για τα Μέλη των Λεσχών τους, όπου, παράλληλα, θα  διαφημίζονται τα πλεονεκτήματα της συμμετοχής, σε μία Λέσχη Ανάγνωσης.

   Σε επόμενο στάδιο, οι εκδοτικοί οίκοι, αλλά και τα βιβλιοπωλεία, θα εξέταζαν τη δημιουργία διαδικτυακών Λεσχών Ανάγνωσης, με τα σχετικά πλεονεκτήματα για τα Μέλη τους, αλλά και τη συστηματική παρουσία τους σε βιβλιοφιλικούς ιστοτόπους. Τα πλεονεκτήματα μιας διαδικτυακής Λέσχης Ανάγνωσης είναι προφανή: Μέγιστη γεωγραφική διάχυση, απουσία αριθμητικών περιορισμών για την εύρυθμη λειτουργία των συναντήσεων, ιδιαίτερα απέναντι σε ένα υπεράριθμο ακροατήριο, ελευθερία διακίνησης από Λέσχη σε Λέσχη, επικοινωνιακή αμεσότητα διάσπαρτων γεωγραφικά Μελών, κλπ. (βλ. άρθρο μου, “Αστυνομική Λογοτεχνία και Λέσχες Ανάγνωσης”/ περιοδικό “Πολάρ”, Νο 4, Αύγουστος 2019, σελ. 34-36). Θα πρέπει, πάντως, να εκτιμηθούν, εδώ, οι ιδιαίτερα αυξημένες ανάγκες στελέχωσης των Λεσχών αυτών.      


[1] Αυτά, υπό νορμάλ συνθήκες. Υπό καθεστώς τηλε-Συναντήσεων, οι συσχετισμοί  έχουν ανατραπεί.

[2] Πηγή, ΕΚΕΒΙ (2011) – Εύλογη η υπόθεση ότι – συναρτώμενο με την κρίση των ετών που ακολούθησαν – το ποσοστό που προαναφέρθηκε θα πρέπει να έχει αυξηθεί. 

Συνέντευξη: Άγης Αθανασιάδης

Ο βιβλιοπώλης Άγης Αθανασιάδης μας εξηγεί τα οφέλη που έχει ένας αναγνώστης μέσα σε μια Λέσχη Ανάγνωσης.

  1. Ποια είναι τα καθήκοντα ενός συντονιστή σε μια λέσχη ανάγνωσης;

Δεν έχω μεγάλη εμπειρία από τις Λέσχες Ανάγνωσης, συντόνιζα μαζί με την Κατερίνα Μαλακατέ για 6 χρόνια, την Λέσχη που δημιουργήσαμε στο Booktalks, και τώρα προσπαθώ να δημιουργήσω μια νέα Λέσχη Ανάγνωσης, στο Free Thinking Zone, με το οποίο συνεργάζομαι. Οπότε δεν μπορώ να θεωρήσω τον εαυτό μου, «ειδικό» ή «βαθύ γνώστη» των λειτουργιών μιας Λέσχης. Απ’ ότι μπορώ να σκεφτώ και βαδίζοντας μόνο με την φτωχή μου εμπειρία στο θέμα, ο συντονιστής θα πρέπει

Α) Να έχει διαβάσει το βιβλίο προσεκτικά (όχι, δεν είναι αυτονόητο)

Β) Να δίνει τον λόγο σε όσα από τα μέλη θέλουν να πουν κάτι – ακόμα και το πιο αδιάφορο

Γ) Να φροντίζει να τηρείται κάποιου είδους χρονικό περιθώριο στις παρεμβάσεις, απόψεις των μελών – δεν μπορεί κάποιος να μιλάει πάνω από 5 λεπτά και κυρίως να μη διαβάζει κάποια «έκθεση ιδεών».

Δ) Να μη δημιουργούνται ξεχωριστές συζητήσεις μεταξύ των μελών – κυρίως στις πολυπληθείς λέσχες.

Ε) Να μπορεί να αντιλαμβάνεται πότε μια συζήτηση πλατειάζει ή «κάνει κοιλιά», ώστε να τονώσει το ενδιαφέρον, με κάποιο νέο θέμα γύρω από το βιβλίο που συζητιέται.

Στ) Να θυμάται τους συμμετέχοντες (όχι, δεν είναι αυτονόητο)

Τελευταίο και όχι έσχατο

Ζ) Να δώσει ταυτότητα στη Λέσχη που συντονίζει. Υπάρχουν όλων των ειδών οι Λέσχες Ανάγνωσης, από τις πολυπληθείς έως τις ολιγομελείς, από τις Λέσχες Εκδοτικών οίκων έως αυτές που θυμίζουν «τέια κυριών». Ευθύνη του συντονιστή είναι να υπάρχει συνέπεια στα βιβλία που επιλέγονται. Δυστυχώς δεν είναι όλα τα βιβλία ίδια, ούτε όλοι οι συγγραφείς μπαίνουν στο ίδιο καζάνι και ανακατεύονται.

2. Υπάρχουν κάποιου είδους κριτήρια για να γίνει κάποιος μέλος;

Όχι, απλά να ενδιαφέρεται για τα βιβλία και βέβαια να έρχεται έχοντας επαρκή γνώση του βιβλίου που θα συζητηθεί.

3. Ποια είναι κατά τη γνώμη σας τα οφέλη ενός αναγνώστη, όταν είναι μέλος σε μια λέσχη ανάγνωσης; Μπορεί να λάβει η συμμετοχή του κάποιου είδους «εκπαιδευτική» διάσταση;

Τα οφέλη είναι αρκετά, προγραμματίζεις τις αναγνώσεις σου, μαθαίνεις από τους άλλους, από τη συζήτηση, ακούς για βιβλία που μπορεί να μη γνωρίζεις, καθώς από την συζήτηση προκύπτουν αναφορές και παραπομπές, τέλος συμμετέχεις σε μια «παρέα» που έχει τα ίδια ενδιαφέροντα με σένα, δημιουργούνται φιλίες και τέλος, δεν αισθάνεσαι «απόκληρος» (κάτι που όλοι οι βιβλιόφιλοι το έχουν αισθανθεί κατά καιρούς), διότι βρίσκεσαι με ανθρώπους που μοιράζονται το ίδιο ενδιαφέρον με σένα.

4. Με ποιο κριτήριο γίνεται η επιλογή των βιβλίων;

Η επιλογή γίνεται παίρνοντας ως γνώμονα, το αναγνωστικό επίπεδο των συμμετεχόντων. Θα ήταν ανόητο σε μια Λέσχη που συγκεντρώνονται έμπειροι και δοκιμασμένοι αναγνώστες να προτείνεις κάτι δεν θα ενδιαφέρει κανέναν άλλον, παρά μόνο εσένα. Προσωπικά μιλώντας, αυτό που θέλω είναι να συζητιούνται βιβλία που έχουν πολλά θέματα για ανάλυση, βιβλία που ιντριγκάρουν τον αναγνώστη και τον κάνουν να σκεφτεί, βιβλία που έχουν να προσφέρουν. Δεν είναι αναγκαίο να μ’ αρέσουν ή να τα θεωρώ «αριστουργήματα» (πολλές φορές πρότεινα βιβλία που δεν ήξερα καν, ούτε είχα διαβάσει, απλά από ένστικτο) – απλά να μπορεί να γίνει συζήτηση στα θέματα που θίγουν.

Καλό θα ήταν να αποφεύγεται η συζήτηση γύρω από βιβλία «της μόδας», ενώ αυτό που προσπαθώ είναι να υπάρχει ποικιλία στις επιλογές μέσα στο διάστημα της χρονιάς – δηλαδή, να διαβάζουμε βιβλία διαφορετικής θεματολογίας κάθε φορά. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν κουράζεται το μέλος της Λέσχης και ανυπομονεί για την επόμενη συνάντηση.

5. Κρίνεται απαραίτητη τη λειτουργία πολλών λεσχών ανάγνωσης προκειμένου να προωθηθεί επαρκώς η φιλαναγνωσία;

Η φιλαναγνωσία δεν πρόκειται να προωθηθεί από τις Λέσχες Ανάγνωσης, αλλά από κοινωνικές και εκπαιδευτικές τομές. Βοηθάνε οι Λέσχες αν λειτουργούν με αντικειμενικά κριτήρια και όχι για να προωθηθεί κάποιος εκδοτικός οίκος ή κάποιος συγγραφέας. Βέβαια, όσες περισσότερες Λέσχες, τόσο καλύτερο είναι για όλους, για τους εκδότες, τους βιβλιοπώλες, τους αναγνώστες που μπορούν να συμμετέχουν αν θέλουν (και έχουν τον χρόνο) σε περισσότερες από μια.

6. Ποιες διευκολύνσεις μπορεί να κάνει ένας εκδοτικός οίκος και ποιες ένα βιβλιοπωλείο για βοηθήσει στη ομαλή λειτουργία μας τοπικής λέσχης;

Ο εκδοτικός οίκος μπορεί να προσφέρει το βιβλίο που θα συζητηθεί με μεγαλύτερη έκπτωση ή συμμετέχοντας με τον μεταφραστή (αν πρόκειται για μεταφρασμένο έργο) ή τον συγγραφέα (αν πρόκειται για εγχώριο βιβλίο). Το βιβλιοπωλείο μπορεί να διαθέσει τον χώρο (εάν έχει διαθέσιμο), όπως και να προωθήσει την Λέσχη που φιλοξενεί διαφημίζοντάς την – έτσι κι αλλιώς ευνοημένο θα βγει – κάποια βιβλία θα πουλήσει, θα κερδίσει ανθρώπους που μπορεί να μη το γνώριζαν, ή, να μην είχαν ξανάρθει. Καλό επίσης θα είναι, ο βιβλιοπώλης αν δεν είναι συντονιστής, να συμμετέχει στη συζήτηση, κατ’ αυτόν τον τρόπο θα αναπτύξει προσωπικές σχέσεις με τα μέλη της Λέσχης.

Συνέντευξη: Νικόλαος Πιτσιόρλας

Ο Νικόλαος Πιτσιόρλας είναι βιβλιοθηκον΄όμος, πρώην υπεύθυνος της δημοτικής βιβλιοθήκης στον Πολύγυρο Χαλκιδικής.


1. Πώς είναι η καθημερινότητα ενός βιβλιοθηκονόμου;

Ονειρεμένη, τουλάχιστον για μένα…πως θα ένοιωθε ο καθένας κι η καθεμιά εάν έκανε αυτό που την ψυχή του την οδηγεί σε ατελείωτες ανατάσεις; Πώς θα ήταν εάν όλοι κάναμε αυτό που αγαπάμε και κατέχουμε; Έτσι νοιώθω όπως καταλαβαίνετε… η καθημερινότητα σε αυτό το επάγγελμα που δεν το αντιμετωπίζω έτσι, αλλά ως λειτούργημα, δεν έχει μέσα της ίχνος ρουτίνας όπως μερικοί θα υποθέτουν διότι έχει μόνιμη επαφή με τα μέλη της βιβλιοθήκης και χαμογελαστά πρόσωπα αλλά και με εργασίες που απαιτούν μόνιμη εγρήγορση και φαντασία…η επιμονή κι η υπομονή είναι επίσης συνοδοιπόροι (και) σε αυτή την δουλειά.

 
2. Πόσο σημαντικός είναι, κατά τη γνώμη σας, ο ρόλος που διαδραματίζει μια δημοτική βιβλιοθήκη στη διαμόρφωση της αναγνωστικής συμπεριφοράς μιας περιοχής;

Καθοριστική… καταλυτική…μπορώ να πω βάσει της εμπειρίας μου πως είναι εκείνη ουσιαστικά που μόνον εντέλει την διαμορφώνει…άρα αντιστρέφω την ερώτηση και το θέτω σε προβληματισμό όλων μας…εάν δεν υπάρχει η δημοτική βιβλιοθήκη, ο πυρήνας της φιλαναγνωσίας κι ο πνευματικός πνεύμονας μιας τοπικής κοινωνίας, τότε θα υπάρχει αναγνωστική συμπεριφορά;

 
3.      Οφείλει μια βιβλιοθήκη να αναπτύσσει δράσεις φιλαναγνωσίας, οι οποίες θα δημιουργήσουν τις κατάλληλες συνθήκες για να προσελκύσουν νέο κοινό; 
 
Με ρωτάτε αν οφείλει; Είναι εκ των ουκ άνευ κι η απάντηση κι η ερώτηση… συγχωρήστε με…εάν δεν υπάρχουν δράσεις, προτιμώ το δραστηριότητες ως λέξη (όχι μόνον φιλαναγνωσίας) τότε για ποια βιβλιοθήκη συζητάμε; μήπως μουσειακή; Οι όποιες εκδηλώσεις και πάσης φύσεως δραστηριότητες όχι μόνον προσελκύουν νέα μέλη και ενώνουν ακόμη περισσότερο τα παλιά, συσφίγγοντας τις μεταξύ τους σχέσεις και τους προβληματισμούς, αλλά, το σημαντικότερο, επιβεβαιώνει τον ρόλο μίας βιβλιοθήκης ως του πιο ζωντανού πολιτιστικού και πολιτισμικού κυττάρου μίας πόλης, κωμόπολης.

 
4. Πρέπει μια δημοτική βιβλιοθήκη να συνεργάζεται τόσο με τα σχολεία, όσο και με ιδιωτικούς φορείς και οργανισμούς;   

Από τις πρώτες ενέργειες μου όταν υπηρετούσα ως υπεύθυνος βιβλιοθήκης ήταν η μόνιμη συνεργασία μου με την εκπαιδευτική κοινότητα και με όλους τους φορείς της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στο νομό μας…σχολικές μονάδες πραγματοποίησαν δράσεις τους κι εργασίες τους στον χώρο της βιβλιοθήκης και με θέμα τη βιβλιοθήκη…για να αναφέρω ένα από τα πολλά που έγιναν και πρέπει κατά την γνώμη μου να γίνονται επί μονίμου βάσεως…σχολείο και βιβλιοθήκη και συνεργάζονται κι συνυπάρχουν και αλληλοβοηθούνται.
 

5. Πώς κρίνετε το μέλλον της δημοτικής βιβλιοθήκης, τώρα που έχει εισχωρήσει η τεχνολογία στη καθημερινότητα μας;  

Ξεκαθαρίζω…η τεχνολογία είναι εργαλείο…κι ως γνωστόν τα εργαλεία κάνουν και καλό και κακό… εάν η τεχνολογία εναρμονίζεται με το πνεύμα και τις καταστατικές αρχές μίας βιβλιοθήκης είναι υπερόπλο…εάν όμως γίνει αυτοσκοπός τότε… κοιτάξτε, βιβλιοθήκη ίσον πρόσωπο… είτε αυτό είναι ο Βιβλιοθηκονόμος είτε αυτό είναι τα μέλη της, οι φίλοι της…χωρίς αυτούς στο κάτω δεν υπάρχει βιβλιοθήκη…ενώ χωρίς τεχνολογία μια χαρά υπάρχει…
 

Σας ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας.