Η υπομονή ως απαραίτητη προϋπόθεση στην ανάγνωση


Έχετε παρατηρήσει, αγαπητοί συνάδελφοι βιβλιοπώλες, που αυξάνεται συνεχώς ο αριθμός των αναγνωστών που έχουν την απαίτηση να τους κερδίσει ένα μυθιστόρημα από τις πρώτες κιόλας σελίδες; Προσωπικά, το είχα παρατηρήσει το τελευταίο διάστημα στα διάφορα λογοτεχνικά groupακια που υπάρχουν στο Facebook, αλλά τώρα και το πρόσεξα και στο βιβλιοπωλείο όπου εργάζομαι, αναγνώστες απορρίπτουν σχεδόν αμέσως βιβλία καταξιωμένων συγγραφέων, βραβευμένα με σημαντικά βραβεία, διάφορων κατηγοριών, με τη δικαιολογία «βαρέθηκα στις 20 πρώτες κιόλας σελίδες! Δεν με τράβηξε καθόλου». Και σκεφτόμουν: τι απέγινε η υπομονή μας ως αναγνώστες; Είναι προτιμότερο η “στιγμιαία” ή “γρήγορη” ιστορία από ένα στιβαρό κείμενο με πολλά νοήματα; Διαβάζοντας μόνο λίγες σελίδες ενός λογοτεχνικού κειμένου, έχουμε καταλάβει αμέσως περί τίνος πρόκειται; Η συμβουλή μου σε αυτές τις περιπτώσεις είναι πάντοτε η ίδια: διαβάστε περισσότερες σελίδες. Μην κάνετε επιφανειακή ανάγνωση. Δώστε μια ευκαιρία στον συγγραφέα να προλάβει να αναπτύξει τουλάχιστον τα βασικά σημεία της πλοκής του, τα οποία θα σας βοηθήσουν στην βαθύτερη κατανόηση και την πληρέστερη απόλαυσή και μετά να αποφασίσετε αν αξίζει τη προσοχή σας.    
 
Αν και το διάβασμα θεωρείται μια μοναχική ενασχόληση, αν το σκεφτούμε καλύτερα, θα παρατηρήσουμε ότι στην πραγματικότητα δεν είναι. Βασίζεται πάνω στο τρίγωνο: συγγραφέας – κείμενο – αναγνώστης. Ένα άρτιο λογοτεχνικό κείμενο δεν είναι μια σειρά από πληροφορίες όπως στα δοκίμια ή εξαντλητικές περιγραφές για να εξυμνείται το  ταλέντο του συγγραφέα. Το περιεχόμενο του είναι περισσότερο μια συζήτηση, μια μορφή επικοινωνίας με τον αναγνώστη. Ο συγγραφέας βοηθάει τον αναγνώστη να συμμετάσχει ως κοινωνός σε μια άλλη πραγματικότητα, αφού πρώτα διαμορφώνει, αναδιαμορφώσει, αναπροσανατολίζει την αναγνωστική του ικανότητα.  Ή όπως θα έλεγαν καλύτερα οι Iser και Jauss, πρέπει να υπάρχει μια διάδραση μεταξύ κειμένου και αναγνώστη. Με αυτό τον τρόπο δεν επιβάλλεται από τον συγγραφέα μια ερμηνεία ή ένα νόημα, αλλά η αναπαράσταση του περιβάλλοντος διευρύνει τις προσωπικές εμπειρίες, οδηγεί τον αναγνώστη σε διάφορες αναγνώσεις, στην εξαγωγή ενός φάσματος νοημάτων, για να απολαύσει στο τέλος τον λόγο του κειμένου ως έργο τέχνης.
 
Ο αναγνώστης βιώνοντας το κείμενο μέσα από τη δική του πραγματικότητα, ανταποκρίνεται στα καλέσματα του συγγραφέα για να εξοικειωθεί με τη συστηματική καλλιέργεια της προσδοκίας, με τα στοιχεία δομής, περιεχομένου και ύφους, γεμίζει τα κενά που έχουν αφεθεί επίτηδες ως καλέσματα, προσπαθεί να καταλάβει τη λογική δομή των προτάσεων, ώστε να διερευνήσει και να φωτίσει στη συνέχεια το κρυφό νόημα του κειμένου. Η συνοχή και η συμμετρία βοηθούν πολύ στην ερμηνευτική διαδικασία. Αν δεν περιέχει όλα τα παραπάνω, ο αναγνώστης δεν εμπλέκεται ενεργητικά στη αναγνωστική διαδικασία και το πιο σημαντικό, δε συνειδητοποιεί την ουσία και την αξία του κειμένου. Με αυτό τον τρόπο, ένα λογοτεχνικό κείμενο αποκτά αξία.

Με άλλα λόγια, η ανάγνωση είναι μια κοπιαστική διαδικασία που δεν ολοκληρώνεται μέσα σε λίγες σελίδες, ούτε καν σε λίγη ώρα. Η διαδικασία της ανάγνωσης απαιτεί ταλέντο, εξάσκηση και το πιο σημαντικό: υπομονή. Κι όπως έχει πει παλιότερα ο Harold Bloom, η τελευταία σελίδα μπορεί να ανατρέψει τα πάντα!

Χρήσιμα διδάγματα από τους Βρετανούς βιβλιοπώλες του 18ου αιώνα

O Micheal Mann στο δεύτερο τόμο του βιβλίου «Οι πηγές της κοινωνικής εξουσίας» (εκδόσεις Πόλις) αναφέρει χαρακτηριστικά ότι κατά τον 18ο αιώνα στην Αγγλία παρατηρήθηκε ένα καινούργιο φαινόμενο: η διάδοση της κουλτούρας στις κατώτερες τάξεις, δηλαδή στις τάξεις των μικροαστών και των τεχνικών (η διανοητική ελίτ της εργατικής τάξης) και μάλιστα σε όλα τα περιφερειακά κέντρα της χώρας, παλιά και καινούργια. Ενώ, μέχρι τότε, το μεγαλύτερο μέρος του Βρετανικού πληθυσμού περιοριζόταν στην ανάγνωση, γραφή και αριθμητική, σταδιακά ξεκίνησε η διανοητική ανάπτυξη. «Ένας βιβλιοπώλης στο Birmingham περηφανευόταν το 1787 ότι το κατάστημά του διέθετε 30.000 τόμους» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Mann στη σελίδα 139. Αυτό σήμαινε ότι είχε ήδη εκδηλωθεί η επιθυμία του πληθυσμού να λάβει μια ακανόνιστη μόρφωση. Το ενδιαφέρον του κόσμου, συνεχίζει ο Mann, ήταν τόσο μεγάλο, που λίγα χρόνια μετά το 1800 υπήρχαν στη χώρα 600 βιβλιοθήκες με 50.000 ενεργά μέλη, όλων των κοινωνικών τάξεων, ενώ οι εφημερίδες βρίσκονταν σε όλα τα μαγαζιά που αποτελούσαν τόπους συνάθροισης.

Το συμπέρασμα του γνωστού κοινωνιολόγου για τον συγκεκριμένο αιώνα κατέληγε ότι καθώς η Μεγάλη Βρετανία έκανε τα πρώτα της βήματα ως ηγέτιδα δύναμη, μαζί με την οικονομία ξεκινούσε να αλλάζει και η κουλτούρα του πληθυσμού (προσοχή, όχι η παιδεία, αυτή παρέμεινε ακόμη ασφυκτικά κλεισμένη μέσα στους τοίχους των πανεπιστημίων). Όπως είχε αναφέρει παλιότερα και ο E. P. Thomson στο βιβλίο του «H συγκρότηση της αγγλικής εργατικής τάξης», η εργατική τάξη έκανε σοβαρές προσπάθειες να ξεφύγει από τον αναλφαβητισμό μέσω της δημιουργίας εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ειδικά για εργαζόμενους και οι μικροαστοί άφηναν στην άκρη τα θρησκευτικά αναγνώσματα για χάρη βιβλίων με σαφείς πολιτικές αναφορές. Ο Thomson εξυμνεί, όπως και ο Mann, τη συμβολή των βιβλιοπωλών στη διαμόρφωση της ταξικής συνείδησης, επειδή γύριζαν στις εργατικές συνοικίες των μικρών πόλεων και πουλούσαν φτηνά βιβλία και ριζοσπαστικά περιοδικά. Εκτός από το αποδεδειγμένο γεγονός ότι τα βιβλία βοήθησαν στη διάδοση των νέων ιδεών, είμαι σίγουρος ότι ολοένα και περισσότεροι Βρετανοί διεύρυναν το πνεύμα τους απλώς για να μαθαίνουν και να καταλαβαίνουν ευκολότερα τα νέα από το Λονδίνο, το μέρος όπου το Στέμμα και οι Λόρδοι του Συμβουλίου αποφάσιζαν για όλα τα ζητήματα. Οι αγγλικές κοινωνικές τάξεις κατέληξαν να διαβάζουν τα ίδια βιβλία ή να συζητούν πολλές φορές τις ίδιες ιδέες γιατί μπορεί να ήταν όλοι πολύ περίεργοι για το τι συνέβαινε όχι μόνο στο Νόρφολκ, αλλά και στη Τζαμάικα.      

Θα ήταν λάθος να νομίζουμε ότι η διάδοση της κουλτούρας δημιούργησε ένα ενιαίο, ομοιόμορφο αναγνωστικό κοινό. Οι Βρετανοί βιβλιοπώλες απέδειξαν πρώτοι τους λόγους που το βιβλίο είχε τη δύναμη να διαδραματίζει έναν σημαντικό ρόλο μέσα στην κοινωνική ανάπτυξη και συνοχή. Επίσης, έδειξαν τον τρόπο που η εμπειρία της ανάγνωσης μπορεί να συμβάλει στη διάχυση της νέας γνώσης. Ακόμη, απέδειξαν ότι το βιβλίο μπορεί μεν να συντηρήσει τα παραδοσιακά στοιχεία από τη μια πλευρά, αλλά μπορεί και να λειτουργήσει επίσης και ως μέσο προώθησης και διάδοσης των νέων τρόπων σκέψης, διαμορφώνοντας έτσι τις συνειδήσεις μιας κοινωνίας των πολιτών. Με άλλα λόγια, οι βιβλιοπώλες φρόντισαν για τη διαπαιδαγώγηση της κοινής γνώμης. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την αναφορά του Thomson, ότι βιβλιοπώλες συνέλεγαν ριζοσπαστικά πολιτικά περιοδικά ή μάθαιναν να χρησιμοποιούν τα Blue Books του Ανακτοβουλίου για να τα διαβάσουν μεγαλόφωνα μπροστά σε αναλφάβητους σε παμπ μια φορά την εβδομάδα. Ή τις έντονες λογομαχίες ανάμεσα σε αναγνώστες σχετικά με τα βιβλία του Βολταίρου ή του Κόμπετ γύρω από τους πάγκους των βιβλιοπωλών. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η διάδοση της κουλτούρας προς τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα ήταν μια συνειδητή επιλογή σε μια εποχή που η Αγγλία άλλαζε, αφού νέες πληροφορίες απ’ όλες τις γωνιές του κόσμου κατέφθαναν στα βρετανικά λιμάνια και η παιδεία απευθυνόταν σε λίγους. Οι βιβλιοπώλες έδειξαν τέλος, ότι μπορούν να αντιστέκονται στις κρατικές πολιτικές λογοκρισίας, ακόμη και στις οικονομικές επιβουλές και επιβολές. Όλα τα παραπάνω γεγονότα συνέβησαν, επειδή ίδρυσαν σταδιακά σε όλα τα σημαντικά περιφερειακά κέντρα της αγγλικής επαρχίας, ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία που διέθεταν πολλές φορές και λέσχες ανάγνωσης, με κύρια αποστολή την ενημέρωση του κοινού. Οι εφημερίδες μετέφεραν μεν στον πληθυσμό το τι γινόταν πίσω από τις κλειστές πόρτες του Κοινοβουλίου, αλλά τα βιβλία ήταν αυτά που εκπαιδεύανε το αναγνωστικό κοινό για τον τρόπο που θα αξιολογούσε τα γεγονότα και για να μην πέφτουν θύματα της προπαγάνδας ή των λαϊκιστών. Οι βιβλιοπώλες βοηθούσαν τους ενδιαφερόμενους να βρουν όχι μόνο το βιβλίο που αναζητούσαν, αλλά και βιβλία που θεωρούσαν ότι κάποιος έπρεπε να έχει διαβάσει, όπως τα βιβλία του Τόμας Πέιν.

Τα διδάγματα που πρέπει να κρατήσουμε, εμείς οι βιβλιοπώλες του 21ου αιώνα, είναι ότι δεν παίζει ρόλο που ζούμε σε μια εποχή έντονων τεχνολογικών εξελίξεων. Αυτό που έχει αλλάξει είναι ο τρόπος ενημέρωσης του αναγνωστικού κοινού. Το περιεχόμενο των βιβλίων παραμένει ακόμη η κύρια ουσία της βιβλιοπαραγωγής και είναι αυτό που βοηθάει στο να δημιουργούμε μια σύγχρονη κοινωνία. Ευτυχώς, τώρα, οι εκδοτικοί οίκοι έχουν φροντίσει να υπάρχει μια πρωτοτυπία και μια ποικιλομορφία στη βιβλιοπαραγωγή που ικανοποιεί όλα τα αναγνωστικά στάδια του κοινού. Όμως, όπως είδαμε και από τους συναδέλφους του 18ου αιώνα, το κάθε βιβλίο είναι ξεχωριστό και δεν μπορείς να εφαρμόσεις τον ίδιο κανόνα προώθησης σε όλες τις περιπτώσεις, προκειμένου να προσεγγίσεις το αναγνωστικό κοινό. Επίσης, η διαφήμιση και η δημιουργία εντυπώσεων δεν είναι τα μοναδικά στοιχεία που θα κάνουν γνωστό ένα βιβλίο. Τα μυστικά που μένουν αναλλοίωτα με το πέρασμα των αιώνων συνοψίζονται στα εξής σημεία: α)στους ευσυνείδητους και ενημερωμένους βιβλιοπώλες και β)ο παλιός καλός τρόπος «από στόμα σε στόμα» παραμένει ακόμη ο θεμέλιος λίθος της διαφήμισης της εκδοτικής βιομηχανίας. Με αυτό τον τρόπο, ένας βιβλιοπώλης θα βοηθήσει τον αναγνώστη να εντοπίσει το κατάλληλο βιβλίο ως επαρκώς αντάξιο του χρόνου και της προσοχής του, ώστε να το αγοράσει. Έτσι, κάθε βιβλίο περιμένει τον αναγνώστη του.              

Η σημασία των Λεσχών Ανάγνωσης στα βιβλιοπωλεία

Με λύπη διαπίστωσα πόσο λίγη σημασία αποδίδει ο John Sutherland, ομότιμος καθηγητής της Νεότερης Αγγλικής Λογοτεχνίας στο University College του Λονδίνου και συγγραφέας του βιβλίου “Μικρή Ιστορία της Λογοτεχνίας” (εκδόσεις Πατάκη), στις αναγνωστικές ομάδες, ή αλλιώς στις λέσχες ανάγνωσης. Αφιερώνει μονάχα μία σελίδα! Παρόλο αυτά, μέσα σε μόνο μια σελίδα παραθέτει όλα τα σημαντικά χαρακτηριστικά, καθώς και τις καινοτομίες που επέφερε η συγκεκριμένη πρακτική στην ανάγνωση και γενικότερα στη λογοτεχνία. Ο Sutherland δίνοντας τόσο μικρή σημασία στις Λέσχες ανάγνωσης, μάλλον λαμβάνει υπόψιν τον κόσμο των γραμμάτων του Ηνωμένου Βασιλείου, το οποίο έχει μια μακρά παράδοση στη διάδοση των χρήσεων του γραπτού λόγου και σχεδόν κάθε βρετανικό βιβλιοπωλείο διαθέτει τη δική του Λέσχη. Αν θέσουμε, όμως,  το πλαίσιο λειτουργίας των Λεσχών ανάγνωσης σε μια κοινωνία, όπως είναι η ελληνική, με χαμηλή συνείδηση βιβλίου και εξετάσουμε τα οφέλη της συναλλαγής αναγνώστη – κειμένου, θα διαπιστώσουμε, ότι εκτός από παιδαγωγικό ή αυτοβελτιωτικό χαρακτήρα, οι αναγνωστικές ομάδες μπορούν να συμβάλλουν σημαντικά στη διάδοση της φιλαναγνωσίας και όχι μόνο.    

Κακά τα ψέματα, στη χώρα μας, οι οργανωμένες Λέσχες Ανάγνωσης είναι ελάχιστες, σε αντιστοιχία πάντα με το αναγνωστικό κοινό. Οι λόγοι είναι γνωστοί και έχουν αναλυθεί επαρκώς, τόσο από τους κοινωνιολόγους που ασχολούνται με το πολιτιστικό κομμάτι της λογοτεχνίας και τις όψεις της ανάγνωσης, όσο και από τους ανθρώπους, οι οποίοι δραστηριοποιούνται επαγγελματικά στο χώρο των γραμμάτων. Αυτό το γεγονός μπορεί και πρέπει να αλλάξει. Ειδικά τώρα, όπου κυριαρχεί η ημιμάθεια και η ανθρωποφαγία του Διαδικτύου και έχει υποβαθμιστεί κατά πολύ ο καίριος ρόλος  των βιβλιοθηκών. Οι αναγνώστες –και δεν αναφέρομαι στους αναγνώστες που παρακολουθούν με συνέπεια τις εξελίξεις της βιβλιοπαραγωγής- είναι κατά τη γνώμη μου αποπροσανατολισμένοι. Ειδικότερα, οι «περιστασιακοί» αναγνώστες χρειάζονται μια καθοδήγηση για να μάθουν πχ πληροφορίες για κάποια συγκεκριμένη παλιότερη κυκλοφορία ή για τα σημαντικά βιβλία κάποιου λογοτεχνικού είδους. Είναι εκείνη η κατηγορία βιβλιόφιλων που δεν διαθέτουν πολύ χρόνο για διάβασμα ή είναι επιλεκτικοί με τα είδη των βιβλίων που διαβάζουν. Είναι αυτοί οι αναγνώστες που χρειάζονται μια μικρή βοήθεια προκειμένου να ανακαλύψουν κάποια από τα υψηλού επιπέδου βιβλία που δεν βρίσκονται στις λίστες με τα ευπώλητα ή εγκωμιάζουν οι κριτικοί στις εφημερίδες. Θεωρώ ότι το βάρος της κάλυψης μεγάλου μέρους πολιτιστικών αναγκών της βιβλιολογικής υποδομής μπορεί να υποστηριχθεί κατά κύριο λόγο από τα βιβλιοπωλεία και με τη βοήθεια των εκδοτικών οίκων. Η δημιουργία περισσότερων αναγνωστικών ομάδων, ανεξαρτήτου είδους, ίσως να αποτελεί το όχημα στη συσπείρωση των βιβλιόφιλων και βιβλιοφάγων με σκοπό την ενημέρωση και τη διεξαγωγή εποικοδομητικών λογοτεχνικών συζητήσεων. Κοινότητες συναναγνωστών έχουν τις δυνατότητες να προωθήσουν βιβλία που δεν χαρακτηρίζονται μεν κλασικά, αλλά αξίζουν σίγουρα την προσοχή μας. Γενικότερα, θα λέγαμε ότι οι Λέσχες ανάγνωσης έχουν τις δυνατότητες να συμβάλλουν από τη διεύρυνση του αναγνωστικού κοινού και τη συγκέντρωση των μη ενεργών αναγνωστών, μέχρι και την ανάδειξη του βιβλίου ως μέσου ψυχαγωγίας.

Οι οργανωμένες λέσχες ανάγνωσης, μπορούν να σταθούν επάξια ως θεσμός δίπλα στα λογοτεχνικά βραβεία και στα φεστιβάλ. Με αφορμή την αγάπη για το διάβασμα και το βιβλίο, μπορούν να διαδώσουν την «καλή» λογοτεχνία με τον παραδοσιακό τρόπο, δίχως το επιθετικό διαδικτυακό μάρκετινγκ. Μπορούν να μαζέψουν σε μια ομάδα τους συνειδητοποιημένους και τους περιστασιακούς αναγνώστες. Να συμμετέχει η νεότερη ηλικιακά γενιά αναγνωστών, η οποία είναι πιο κοντά στα ψηφιακά βιβλία και έχει γαλουχηθεί κυρίως με τη διαδικτυακή προσέγγιση και παρουσία και ψάχνει μέσω των βιβλίων τον δρόμο της σε έναν πολύπλοκο κόσμο. Τα μέλη των λεσχών ανάγνωσης έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν σε συζητήσεις, όπου διερευνάται η φύση της ανάγνωσης και τα πάθη που προκαλεί. Είναι, επίσης, μια καλή ευκαιρία, να μάθουν τα μέλη να μετατρέπουν μια μοναχική δραστηριότητα, όπως είναι το διάβασμα, σε μια εποικοδομητική συζήτηση. Να γίνονται δεκτές όλες οι ερμηνείες – δεν χρειάζεται να προσεγγίζουμε όλοι ένα βιβλίο με την ίδια οπτική-  ή να μάθουν τον τρόπο που ασκείται μια πραγματική και καλοπροαίρετη κριτική και φυσικά να ξεχωρίζουν οι αναγνώστες πότε ένα κείμενο είναι πραγματικά καλογραμμένο. Όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά φανερώνουν την πιο σημαντική συνεισφορά μιας οργανωμένης Λέσχης ανάγνωσης: την ανάπτυξη της αναγνωστικής ικανότητας κάθε αναγνώστη. Γιατί πρέπει να μάθουμε κάποια στιγμή να απολαμβάνουμε τον γραπτό λόγο ως έργο τέχνης.          

Χρειάζονται τα βιβλιοπωλεία εξειδικευμένο προσωπικό;

Το βιβλιοπωλείο αποτελεί μια ξεχωριστή κατηγορία μικρομεσαίας επιχείρησης. Διότι, δεν είναι ακριβώς η κλασικού τύπου εμπορική επιχείρηση ή οργανισμού που αποσκοπεί αποκλειστικά στο κέρδος και στις συναλλαγές προϊόντων. Ιστορικά αποτέλεσαν μαζί με τις Δημόσιες Βιβλιοθήκες τους κοινωνικούς και πολιτιστικούς θεσμούς μεταφοράς της ανθρώπινης γνώσης. Σκοπός του είναι η προσέγγιση των αναγνωστών και η ανάπτυξη της φιλαναγνωσίας. Με άλλα λόγια, θα λέγαμε ότι βοηθάνε στην ανάπτυξη του πολιτισμού, της εκπαίδευσης και της κοινωνίας. Είναι ο τόπος που προσέρχονται οι φίλοι του βιβλίου για να επιλέξουν ένα αγαθό που η πολιτιστική του αξία είναι μεγαλύτερη από την οικονομική.  Στέκεται μόνο του ως ανεξάρτητος πόλος στην εκδοτική βιομηχανία και λειτουργεί ως ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των εκδοτικών οίκων και των βιβλιοθηκών. Ξεχωρίζει, δηλαδή ως νησίδα, όχι μόνο στο πεδίο του πολιτισμού, όπου υπάγεται ο κλάδος του βιβλίου, αλλά γενικότερα στον κόσμο της εκδοτικής βιομηχανίας. Για να επιτευχθούν, όμως, οι παραπάνω στόχοι, κάθε βιβλιοπωλείο εξαρτάται αποκλειστικά από τις ικανότητες των βιβλιοπωλών που απασχολεί. Μια άρτια εκπαιδευμένη και εξιδεικευμένη ομάδα συνεργατών αποτελεί υπό πολλές έννοιες το κλειδί για την επιτυχία του. Με αυτό τον τρόπο, δημιουργείται και ένα συγκριτικό πλεονέκτημα που θα προσελκύσει νέους αναγνώστες και θα αναπτυχθούν συνεργασίες με σεβαστούς εκδοτικούς οίκους.

Για έναν εξωτερικό παρατηρητή, το παραδοσιακό βιβλιοπωλείο θεωρείται ως ο τελικός αποδέκτης της δημιουργικής διαδικασίας έκδοσης ενός βιβλίου. Πιστεύεται ότι η ύπαρξή τους εξαντλείται στους ελκυστικούς χώρους,  όμορφα φωτισμένους και με καναπέδες, ενώ το προσωπικό του αφοσιώνεται αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση των πελατών. Κι όμως, δεν είναι έτσι τα πράγματα. Το βιβλίο απευθύνεται σε ένα απαιτητικό καταναλωτικό κοινό και γι’ αυτό θα πρέπει να εξυπηρετείται από ένα εξειδικευμένο προσωπικό. Το βιβλίο δεν πρέπει να προωθείται ως ένα οποιοδήποτε άλλο αγαθό μαζικής κατανάλωσης, όπως είναι τα παπούτσια ή τα έπιπλα. Ένα βιβλίο ξεχωρίζει όχι λόγω του επιθετικού μάρκετινγκ και της διαφήμισης αλλά  λόγω της ποιότητάς του. Είτε όταν πρόκειται για βιβλίο υψηλής λογοτεχνίας, είτε για εμπορική μυθοπλασία μαζικής κυκλοφορίας. Σε αυτό το σημείο φαίνεται ξεκάθαρα η ανάγκη για τους εξειδικευμένους βιβλιοπώλες. Το εξειδικευμένο προσωπικό ενός βιβλιοπωλείου διαβάζει, ξεχωρίζει τα βιβλία που αξίζουν ή έχουν να προσφέρουν γενικότερα και σε συνδυασμό με τη θεωρητική τους κατάρτιση μπορούν να βοηθήσουν τους αναγνώστες να επιλέξουν το κατάλληλο βιβλίο που θα είναι αντάξιο του χρόνου τους. Το εξειδικευμένο προσωπικό θα επιλέξει τα βιβλία που πρέπει να έχει ένα βιβλιοπωλείο στα ράφια του, θα ενημερώσει τους πιο απαιτητικούς αναγνώστες και θα γράψει βιβλιοκριτικές ,ως γνώστες επί του θέματος, στα blogs των βιβλιοπωλείων.    

Όταν αναφέρομαι και επιμένω στην εξειδίκευση των βιβλιοπωλών, μου έρχεται στο νου το παράδειγμα της Ιταλίας. Στην γειτονική μας χώρα, εκτός από τη Σχολή Βιβλιοθηκονομίας, υπάρχει στην Βενετία από το 1983 η Σχολή για τους Βιβλιοπώλες (Scuola per I Librai), η οποία βασίζεται σε ιδιωτικούς πόρους και στοχεύει στην εκπαίδευση των υποψήφιων βιβλιοπωλών μέσω σεμιναρίων πάνω σε θέματα πολιτιστικής και οικονομικής διαχείρισης. Ένα παρόμοιο πρόγραμμα σπουδών υπάρχει στην Μπολόνια με την Accademia Drosselmeier και υποστηρίζεται τόσο από ανθρώπους του χώρου, όσο και από ακαδημαϊκούς. Αντίστοιχες κινήσεις θα μπορούσαν να γίνουν και στη χώρα μας, μέσω πχ της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εκδοτών και Βιβλιοπωλών ή της Ένωσης Ελληνικού Βιβλίου.           

Τα βιβλιοπωλεία θα έπρεπε να προσελκύουν άτομα με αντίστοιχα βιογραφικά και επιδιώξεις. Ο συνδυασμός τυπικών προσόντων (πανεπιστημιακό πτυχίο σε συνδυασμό με την ανάλογη προϋπηρεσία) με τα ουσιαστικά προσόντα (συμπεριφορά και χαρακτήρας) αναδεικνύουν εάν ο υποψήφιος είναι κατάλληλος για τη θέση βιβλιοπώλη. Το επόμενο στάδιο είναι η βελτίωση των δεξιοτήτων, μέσω της συνεχούς κατάρτισης και επιμόρφωσης του προσωπικού πάνω στη Θεωρία της Λογοτεχνίας και την προώθηση του βιβλίου και της φιλαναγνωσίας. Σεμινάρια, events και επιμορφώσεις θα πρέπει να αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι κάθε παραδοσιακού βιβλιοπωλείου, διότι παρέχουν γνώσεις που βοηθάνε στην καλύτερη εξυπηρέτηση αναγνωστών, καλύτερη συνεργασία με τους εκδοτικούς οίκους και τις βιβλιοθήκες και φυσικά καλύτερη ενημέρωση γύρω από τον Τομέα των Γραμμάτων. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κάθε καταρτισμένο προσωπικό, ακόμη κι αν δεν βρίσκεται στην πρώτη γραμμή, αποτελεί έναν εκφραστή της εικόνας και της φιλοσοφίας της επιχείρησης και μπορεί να αντεπεξέλθει σε οποιαδήποτε πρόκληση. Συνεισφέρει στη διάδοση της γνώσης και στην πνευματική καλλιέργεια. Ειδικά στην εποχή μας που ο Τύπος μειώνει συνεχώς τις σελίδες βιβλιοκριτικών και μειώνονται οι Λέσχες Ανάγνωσης.

Το μέλλον του βιβλίου για το 2020

Ελπίζω, να βγούμε εμείς οι βιβλιοπώλες από την καραντίνα πιο σοφοί. Θεωρώ, ότι ήταν μια καλή ευκαιρία να δούμε, αλλά και να διορθώσουμε, επιτέλους, τις παραλείψεις του κλάδου μας. Δεν χρειάζεται, ούτε πρέπει να περιμένουμε τη βοήθεια της πολιτείας για να ατενίσουμε το μέλλον με αισιοδοξία. Το βιβλίο ως αγαθό απέδειξε την ανθεκτικότητά του εφόσον άντεξε στα πέτρινα χρόνια της δεκαετούς οικονομικής κρίσης, θα αντέξει και τώρα. Ήρθε, όμως, η ώρα των μεγάλων αποφάσεων και των μεγάλων αλλαγών. Τα βιβλιοπωλεία οφείλουν να εντάξουν τον ψηφιακό μετασχηματισμό στις δομές λειτουργίας τους, να δημιουργήσουν επιτέλους τμήματα μάρκετινγκ και να λειτουργήσουν οργανωμένα τις ιστοσελίδες τους. Όταν συμβεί αυτό τα παραδοσιακά και ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία δεν θα χρειάζεται να αντιμετωπίζουν με καχυποψία τα ψηφιακά καταστήματα λιανικής, ούτε και τις μεγάλες αλυσίδες εμπορικών καταστημάτων. Διότι, δε θα έχουν κάτι να φοβηθούν. Θα ανταποκρίνονται εξίσου αποτελεσματικά στις απαιτήσεις του αναγνωστικού κοινού.

Αυτό που πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου είναι η δημιουργία νέων αναγνωστών. Σύμφωνα με τις έρευνες, είμαστε ένας λαός που ένας στους δύο δε διαβάζει ποτέ κανένα βιβλίο και όποιος διαβάζει, διαβάζει κατά μέσο όρο 5 βιβλία το χρόνο. Το βιβλίο δεν πρέπει να το θυμόμαστε το βράδυ όταν είναι να πάμε για ύπνο ή να περνάει η ώρα στο μετρό, αλλά να το εντάξουμε στην καθημερινότητά μας ως βασικό αγαθό. Η δημιουργία (απαιτητικών) αναγνωστών είναι πιο επίκαιρη από ποτέ, ειδικά τώρα που τα fake news, ο λαϊκισμός και η ημιμάθεια του διαδικτύου κοντεύουν να πνίξουν την κοινωνία μας. Ας διευκολύνουμε το αναγνωστικό κοινό, παρέχοντας καθημερινή ενημέρωση νέων κυκλοφοριών, έγκυρων βιβλιοκριτικών και τη συνεχή υποστήριξη των Λεσχών Ανάγνωσης.        

Όλοι οι βιβλιοπώλες υπηρετούν τη μόρφωση και την κριτική σκέψη, συμβάλλουν, δηλαδή, στη διαμόρφωση της Παιδείας του ανθρώπου και κατ’ επέκταση στην καλλιέργεια του Πνεύματος. Οι καιροί είναι δύσκολοι, αλλά είναι μια καλή ευκαιρία να οργανωθούμε συλλογικά ως κλάδος και να μετατρέψουμε επιτέλους την αγορά βιβλίων σε μια απολαυστική και επωφελή εμπειρία για κάθε πολίτη. Όλοι μαζί μπορούμε!